Οι άνθρωποι είμαστε φτιαγμένοι από τα άστρα. Μέσα μας όμως έχουμε και ένα άλλο υλικό που μας κάνει να αντέχουμε τα πιο σκληρά και αβάσταχτα. Δεν ξέρω πως το λένε. Απλά τον Μάιο έμαθα πως υπάρχει. Και οτι χωρίς αυτό το υλικό, θα γινόμασταν πολύ εύκολα σκόνη, θα χάναμε την ανάσα μας και πολύ εύκολα θα εξατμιζόμασταν, το είδος μας θα είχε εκλείψει.
Η Πρωτομαγιά του 2015 ήταν η τελευταία μέρα της «αθωότητάς», της άγνοιας. Aν μπορούσα να χωρίσω τη ζωή μου στα δύο θα ήταν η μισή πριν από εκείνη τη μέρα και η άλλη μισή μετά. Δύο μέρες μετά έλαβα το τηλεφώνημα που θα καθόριζε τη ζωή μου και που θα θυμάμαι για πάντα, εκείνη την φωνή να μου λέει οτι έφυγες. Εκείνη η φωνή είναι η πρώτη ένδειξη, το πρώτο ερέθισμα και είναι αυτό που με πληγώνει περισσότερο όταν το σκέφτομαι, γιατί δεν σκέφτομαι πολύ γι’αυτό. Δεν γίνεται.
Δεν πρόλαβα όμως να νιώσω το φευγιό σου γιατί το παιδί μου αρρώστησε βαριά, σχεδόν ταυτόχρονα. Και ακόμα και τώρα που όλα έχουν ξεχαστεί και έχουν περάσει, το φευγιό σου είναι θολό.
Είναι νωπό αλλά περισσότερο είναι ξένο. Δεν σου πάει ο θάνατος. Και επειδή δεν σου πάει έχω επιλέξει να σκέφτομαι οτι δεν έγινε ποτέ. Οτι έφυγες για κάπου και οτι δεν υπάρχει νόημα να στεναχωριέμαι γιατί δεν έφυγες για πάντα. Και όταν κλαίω, κλαίω αντανακλαστικά, σαν να κλαίει το κομμάτι μου που γνωρίζει και η υπόλοιπη εγώ να γελάω κοροϊδευτικά και να λέω στο άλλο κομμάτι «τι κλαις; γιατί κλαις; εδώ είναι».
Κάπου εδώ γύρω είσαι, δεν σε έχω δει μόνο ακόμα, γιατί αν έχεις φύγει για πάντα, α όχι, για αυτό καθόλου δεν με είχες προετοιμάσει. Πρέπει κάτι να σκεφτώ και γρήγορα, ίσως να πάω σπίτι σου, άδειο, ίσως να πάω εκεί που πηγαίνουν όσους έχουν πεθάνει, τι κάνω εδώ, δεν υπάρχει νόημα, τίποτα δεν δένει.
Ίσως είσαι πίσω απο κάποιο έπιπλο, μέσα σε κάποιο συρτάρι ναι αυτό είναι πιο πιθανό ακόμα.
Αυτή η πόλη είναι μισή δική σου και μισή της μάνας μου. Την βλέπω πια με άλλα μάτια γιατί δεν είσαι εδώ, γιατί η γωνία του σπιτιού σου είναι τόσο μά τόσο άδεια, σαν την γωνία μιας ζωγραφιάς που κάποιος έσβησε ή προσπάθησε να σβήσει. Προχθές βγήκε ένα τραγούδι, για σένα, το άκουσα και ήταν σαν κάποιος να άνοιξε με τα δυο του χέρια το στήθος μου με δύναμη να δει τι έχει μέσα, χτυπάει ακόμα η καρδιά μου;
Τώρα η εγγονή σου, τακτοποίησε το κεφαλάκι της, όλα στη θέση τους. Εξάλλου πιστεύει στην θεωρία της σακούλας και κάπως έτσι μέσα στις αποθήκες του μυαλού της μου λέει τί πετάει, τι κρατάει, πότε γεμίζουν…μόνο τόσο λίγο να σε έχει δει η εγγονή σου, μόνο τόσο λίγο να την έχεις δει, αυτό πιο πολύ απο όλα με διαλύει.
Και το ποτέ πια. Ναι αυτό! Οτι ποτέ πιά δεν θα σε δω μπροστά μου. Ποτέ. Οριστικά και αμετάκλητα.
Δεν μπορώ να πω ούτε πόσο σε αγάπησα, ούτε πόσα μου έμαθες, ούτε τι θα μου λείψει απο εσένα, τι θα μου λείψει ή πόσο θα μου λείψει, λέξεις, λέξεις, γιατί απλά δεν χωράει στο μυαλό η απουσία σου, είναι τόσο μεγάλη που την έχει καταλάβει μόνο η καρδιά μου, λίγο την καταλαβαίνει και μετά πατ φεύγει πάλι, το μυαλό όμως κάνει τα δικά του κουμάντα και λέει οχι, όχι κάποιο λάθος κάνεις όλα είναι όπως πριν.
Σημασία δεν έχει ΠΟΤΕ αγκάλιασες, μίλησες, γέλασες, αγάπησες κάποιον για τελευταία φορά, αλλά αν το έχεις κάνει ποτέ αληθινά και χωρίς κόπο.
Απο τότε που έφυγες, τόσο αιφνίδια και απότομα, νιώθω οτι όλη την ενέργεια σου την άπλωσες και έχω πάρει απο αυτήν μέσα μου, αν κάπου πήγες, πήγες σίγουρα και μέσα μου.
Θυμάμαι την τελευταία φορά που μιλήσαμε στο τηλέφωνο, θυμάμαι κάθε μέρα απο μια ιστορία της μικρής Γωγώς μαζί σου, δεν μπορώ να δω κάνένα βίντεο που είσαι μέσα, δεν μου αρέσει να λένε οτι πέθανες. Θυμώνω.
Ακόμα και αυτά που γράφω πιέζω τον εαυτό μου να το κάνει, καιρό τώρα, αλλά δεν αλλάζει τίποτα ούτε με αυτό. Οτι θα γυρίσεις πίστευα κάθε μέρα, οτι είναι πλάκα, πίστευα κάθε ώρα και τώρα, μη νομίζεις οτι άλλαξα γνώμη, πώς γίνεται εκείνος που με αγαπούσε περισσότερο απο όλους να με άφησε μόνη μου, εγώ ακόμα είμαι τόσο δα μικρή και δεν ξέρω τίποτα, πώς ήσουν τόσο σίγουρος οτι είμαι έτοιμη, πως ήσουν τόσο σίγουρος οτι ξέρω, οτι μου έμαθες όσα ήξερες εσύ;
Δεν ξέρω κάτι άλλο να γράψω. Τίποτα δεν είναι αρκετό, δυο-τρεις αράδες έγραψα μέσα στην νύχτα τί να φτουρίσει μπροστά σε όσα είσαι για μένα.
Σ’ αγαπώ σου είπα;
Σ’ αγαπώ, πάντα μπαμπά.

Advertisements