Έτσι πολλές φορές την έχω πατήσει, αρχίζω να της μιλάω και παρασύρομαι. Εκεί που μου λέει πως να φτιάξω τα μαλλιά μου και ποιά ρούχα μου πάνε, εκεί που με ρωτάει πως ήταν όταν ήμουν εγώ μικρή και όταν συζητάμε για τον μπαμπά της, ο δεσμός μας μοιάζει να αλλάζει τροχιά και η σχέση μας να θυμίζει δύο φίλες που τα λένε με καφέ. Δύο φίλες που τα λένε σχεδόν όλα μεταξύ τους, που πηγαίνουν βόλτες, που γελάνε με τα ίδια αστεία, ακούνε περίπου την ίδια μουσική, τους αρέσουν τα ίδια φαγητά, βγαίνουν για ψώνια, για να με προσγειώσει λίγο αργότερα η διαπίστωσή της οτι είμαι ομορφότερη απο όλες τις γυναίκες του κόσμου, καμία αντικειμενικότητα, οτι δεν θα δείξει ίχνος δικαιοσύνης όταν πρόκειται για το ποιός κάνει καλύτερα φαγητά, εγώ ή η γιαγιά/η πιτσαρία/ο φούρνος της γειτονιάς και σε πολλές άλλες στιγμές που η παιδικότητα της είναι αφοπλιστική μπροστά στο προφανές οτι είμαι ένας κανονικός άνθρωπος με πάθη, πολλά ελαττώματα και μαλλιά που θέλουν βάψιμο. Καμιά φορά πρέπει να επαναφέρω στην πραγματικότητα και τον εαυτό μου, να σταματάω κουβέντες που πάω να ξεκινήσω, να μιλάω πιο βατά, να εξηγώ μόνο τα πιο προφανή. Γιατί δεν είμαστει φίλες και γιατί μόνο μιαν επίφαση φιλίας θα μπορώ να βλέπω και να βλέπει σε όλη μας τη ζωή. Και γιατί κυρίως, κρίνοντας απο εμένα, η μαμά μου ήταν πάντα σημείο αναφοράς, ήταν νέα και μπορούσαμε να ταυτιστούμε σε πολλά, είχα δεδομένο οτι είναι πιο κοντά μου απο οτι άλλες μαμάδες με κόρες στην ηλικία μου, είχα μια ελευθερία τόσο αβίαστα δοσμένη και δομημένη σε αμοιβαία εμπιστοσύνη. Είχα μια μαμά που θα μπορούσε να είναι φίλη μου αλλά ξεκάθαρα ήταν πρώτα και κυριότερα μαμά μου. Όχι γιατί δεν της τα έλεγα όλα, φυσικά και δεν χρειαζόταν να τα ξέρει όλα, αλλά γιατί είχα ανάγκη το όριο εκείνο που μας διαχώριζε, που την έκανε κυρίαρχο πρόσωπο στη ζωή μου, που μου έδειχνε τις γραμμές και τις κατεύθυνσεις, ήθελα να είναι μαμά μου περισσότερο απο οτιδήποτε. Και ξέρω οτι ακόμα και αν μπορεί να μην το έχει ακόμα ξεκάθαρο μέσα της, η κόρη μου θέλει να με βλέπει σαν αυτή που θα της δώσει την ασφάλεια μέσα απο τον ορισμό του κόσμου που θα θέσω για εκείνην, έστω και σε αρχετυπικό στάδιο, τα βασικά και ας τα αμφισβητήσει αύριο. Γιατί ο κόσμος είναι χαοτικός γιατί πρέπει να βρει τη θέση της μέσα σε αυτόν, γιατί και οι δυο γονείς είναι τα προπύλαια στα οποία θα βασιστεί και θα μπορέσει να προχωρήσει με βήματα αυτοπεποίθησης προς όπου εκείνη αποφασίσει. Και επειδή η φιλία είναι ένα τεράστιο κεφάλαιο για μένα που με έχει κάνει να αντιληφθώ το πως τα γρανάζια της ζωής μας σε σχέση με τους άλλους δουλεύουν, γιατί, και που καταλήγουμε, παρατηρώ την κόρη μου να κάνει τις δικές της απόπειρες απο την αρχή της χρονιάς στα χωράφια αυτά. Την βλέπω να έχει αποκτήσει κολλητή, όχι χάριν του λόγου, αληθινά κολλητή απο το σχολείο, με την οποία κάνει παρέα εντός και εκτός. Δεν ξέρω τι λένε όταν ψιθυρίζουν η μια στο αυτί της άλλης, τι συγκλονιστικό τις κάνει να ξεκαρδίζονται, δεν ξέρω σε ποιά πράγματα ταιριάζουν, τι είδε τελοσπάντων η μια στην άλλη και τις έκανε να αποφασίσουν οτι θέλουν να είναι φίλες, ξέρω οτι είναι και οι δύο ζωηρές μα και κλειστές ταυτόχρονα, οτι έχουν κάνει κλίκα αλλά κάνοντας ευπρόσδεκτους κι άλλους ιδιαίτερα στις ζαβολιές, ξέρω οτι κάνουν σκανδαλιές που «είπαμε δεν θα πούμε σε κανέναν» αλλά μέχρι το βράδυ σιγά σιγά το έχει πάρει το ποτάμι και ξέρω οτι εκτός απο την Λ. έχει κάνει κολλητό και τον Β. Είναι ένα απο τα πιο τρυφερά πράγματα που έχει τύχει να δω μέχρι τώρα, τον Β. να την προσέχει, να την υπερασπίζεται (αν και τον ρόλο του ζορό δεν τον ζήτησε κανείς, αλλά το κάνει), να την περιμένει πως και πως να μπει στην τάξη και να είναι τόσο άδολο και ειλικρινές όλο αυτό που χωρίς κανέναν ίχνος πονηριάς ή λοξής ματιάς με χαμογελάκια, να το συζητάμε, φυσιολογικά και με αγάπη. Δεν έχω ιδέα αν αυτές οι φιλιές θα κρατήσουν για περισσότερο απο μια-δυο χρονιές ή αν θα σκαλίζουν σε λίγα χρόνια θρανία γράφονται b.f.f. (ισχύει; ή τώρα πια γεμίζουν μόνο τα προφίλ τους στα σοσιαλ μίντια με αυτές τις συντμημένες λέξεις και είναι το ίδιο; μλκ φλ γ πντ!)Εμείς στην επαρχία όσους φίλους κάναμε απο το νηπιαγωγείο τους είχαμε μέχρι το λύκειο σίγουρα, μια γειτονιά όλοι, μέχρι κάπου εκεί που ο ένας άρχισε να ακούει Θεοδωρίδου και ο άλλος Τρύπες. Προς το παρόν είμαστε στη φάση, ένα δωμάτιο βομβαρισμένο τα Σάββατα απο παιχνίδια και γέλια, ένα μοίρασμα τοστ στο σχολείο, αποκριάτικους χορούς και θέατρα, μυστικά και μαλώματα του ενός προνηπιακού πρωινού και αγκαλιές, πολλές πολλές αγκαλιές με κεφαλοκλείδωμα ή και όχι. Ας έμενε κάπως έτσι.

Advertisements