Η λέξη νοσοκομείο πάντα είναι εκείνη που σου κάνει ένα τσικ στην καρδιά και ειδικά όταν μπαίνεις στο αμάξι με ένα παιδί να ψήνεται στον πυρετό, η εικόνα τότε χειροτερεύει και τα τσικ γίνονται πολλαπλάσια. Εκεί στον χώρο αναμονής του νοσκομείου όπου παιδάκια βήχουν, άλλα δεν μπορούν να κρατήσουν τα μάτια τους ανοιχτά από την κατάπτωση και είναι χυμένα στην αγκαλιά της μαμάς ή του μπαμπά, άλλα ανέμελα τρέχουν στον διάδρομο με έναν τσιρότο στο χέρι ή κόκκινα σπυράκια στο πρόσωπο, η Χ δεν μιλάει, μόνο κοιτάει με τα γλαρά της μάτια χωμένη στα χέρια του μπαμπά της, δεν κουνιέται και όταν το κάνει αυτό ξέρεις ότι είναι πολύ χάλια, η αναμονή χτυπάει κόκκινο γιατί οι ώρες περνάνε σαν χελώνες νωθρές και θέλεις να τελειώνεις για να πάτε να βγάλετε παπούτσια και να χωθείτε στο ζεστό κρεβάτι με απαλές πιτζάμες και να σε πιάσει ένας γλυκός Κυριακάτικος μεσημεριανός ύπνος, ονειρεύεσαι…δίπλα σου ένας ευγενέστατος τσιγγάνος κρατάει στα χέρια του το εγγονάκι του βρέφος, το έχει φέρει μαζί με τη νύφη του και το έτερον εγγονάκι στο καρότσι, ο παππούς τους είμαι, μου λέει με περηφάνια, πέντε εγγόνια έχω και γουρλώνω τα μάτια γιατί μου μοιάζει τριάντα και ήταν τόσο τρυφερός, με τόσο αγωνία, να μην κρυώσει, να μην κολλήσει τίποτα το μωρό, το έπαιζε, το τραγουδούσε.. την ίδια στιγμή νευρικοί και «ανήσυχοι» μπαμπάδες και μαμάδες πηγαίνουν πάνω κάτω στον διάδρομο «αν ήταν θα κάναμε διάγνωση στο διάδρομο» λένε οι γιατροί στους ανυπόμονους και το βλέπεις δεν είναι αυτοί με τα επείγοντα περιστατικά που χρίζουν άμεσης βοήθειας (αυτοί δεν έχουν καιρό για βόλτα, μπαίνουν ασθμαίνοντας με μια σαρωτική ορμή) είναι οι άλλοι, που είδαν το νουμεράκι στο χαρτάκι τους, «που να περιμένουμε τόση ώρα, κάτσε και θα δεις, θα χωθώ». Να την μετρήσουμε την αρρώστια να δούμε ποιος έχει την πιο μεγάλη αλλά παιδάκια είναι τι να πεις και τι να φωνάξεις όταν σου παίρνουν τη σειρά και κοιτάς το δικό σου και αυτό παιδάκι μήπως δεν είναι, αλλά δεν έχει τέλος η κατάντια μας, η φύση μας, όλα αυτά που μας κάνουν τόσο λίγους και μας πάνε πίσω αντί για μπροστά και γίνεσαι κατίνα με αυτά που σκέφτεσαι και με αυτά που συζητάς μέσα σε ένα νοσοκομείο και ας το να πάει αποφασίζεις να το αφήσεις, το παιδί να είναι καλά, πως αλλάζει εκείνος που θα πει αύριο «πήγαμε στο νοσοκομείο χθες αλλά τι είμαστε μαλάκες για να περιμένουμε τόση ώρα, μπήκαμε και κανείς δεν κατάλαβε τίποτα» και κλείνει το μάτι πονηρά πόσο γαμάτος είμαι και πόσο ανώτερος από εσάς τα χαϊβάνια, αλλά σε μια στιγμή που η υπομονή σου εξαντλείται και είσαι στα πρόθυρα να φύγεις αλλά το ξανασκέφτεσαι ήρθαμε που ήρθαμε τώρα, βιώνεις την πιο σουρεαλιστική σκηνή. Μπαίνει ζευγάρι με τον γιό, γύρω στα 11, ο οποίος κρατάει ένα όπλο, όχι τύπου νεροπίστολο αλλά από εκείνα που ο πρωταγωνιστής στην ταινία θα βγάλει όταν τα πράγματα γίνονται αληθινά σκούρα, είναι από τους «ανήσυχους», περνάνε ξαναπερνάνε, πέρα δώθε, κάποια στιγμή το αγόρι σημαδεύει το βρέφος, πιου πίου κάνει με τα χείλια, περνάνε δέκα λεπτά, το όπλο τώρα το κρατάει ο πατέρας, η σκηνή ξεπερνάει αλμοδοβαρικό σύμπαν, ο πατέρας έχει πια το ρόλο του πιστολέρο, κυκλοφορεί ανάμεσα σε άρρωστα παιδιά, στα επείγοντα του νοσοκομείου, κρατώντας μαύρο deadly weapon, που μοιάζει τόσο αληθινό, θέλω να το βγάλω φωτογραφία, γελάμε, που θέλεις να το σχολιάσεις αλλά χάσκεις, και συνεχίζει πέρα δώθε κινείται θαρρείς με τα χέρια απομακρυσμένα λιγάκια από τα πλευρά του σαν να το έχει πιστέψει πόσο Σταλόνε είναι, σαν όμηροι είμαστε, έ; μήπως δεν είμαστε ή οι τρεις ώρες αναμονής δεν συνιστούν ομηρία;

Advertisements