Ετικέτες

The truth be told. Εκείνο που έντονα θυμάμαι να μην θέλω ποτέ να συμβαίνει όταν ήμουν παιδί, δεν ήταν ούτε να μην μου κάνουν τα χατίρια, ούτε να μην μείνω μόνη μου. Ο μεγαλύτερος μου φόβος ήταν μην δω τη μάνα μου να κλαίει. Όχι δηλαδή ότι ήταν από αυτούς τους φόβους, όπως το σκοτάδι ή τα τέρατα στην ντουλάπα που συχνά τριβελίζει το μυαλό ενός μικρού παιδιού, αλλά ήταν από εκείνα τα γεγονότα που αν συνέβαιναν, με έκαναν να χάνω τη γη κάτω από τα πόδια μου. Ακριβώς αυτό. Δεν μπορώ να βρω καλύτερη έκφραση για να το περιγράψω. Η πραγματικότητα είναι ότι έχω δει τη μαμά μου να κλαίει ελάχιστες φορές στα 34 χρόνια μου, αλλά αυτές τις ελάχιστες φορές τις θυμάμαι με φοβερές λεπτομέρειες, τις ρυτίδες που σχηματίζονταν στο νεανικό της μέτωπο, την έκφραση του προσώπου της, το χρώμα του δέρματός της. Ίσως η πιθανότητα να πρέπει να αλλάξουμε ρόλους εκείνη τη στιγμή και να γίνω εγώ ο ενήλικας που θα παρηγορήσω και εκείνη αυτή που θα πέσει στην αγκαλιά μου με τρόμαζαν τόσο πολύ που καθόμουν αμέτοχη, σαν μαρμαρωμένη, μουδιασμένη και τελικά ένιωθα τόσο άσχημα που ευχόμουν να σταματήσει αμέσως και να συνεχίσουμε τη ζωή μας όπως ήταν πριν, δηλαδή να συνεχίσει να είναι ο πιο αισιόδοξος άνθρωπος που έχεις γνωρίσει ποτέ, που πάντα σου μιλούσε με το χαμόγελο ακόμα και όταν γυρνούσε από τη δουλειά και έμπαινε στο σπίτι κουρασμένη, ποτέ μουτρωμένη, ποτέ, να γυρίσουμε λοιπόν σαν από διάλλειμα για διαφημίσεις και να ξεχάσουμε ο,τι συνέβη. Και έτσι γινόταν. Γενικά είχα την τάση να μην την αντιμετωπίζω ως κανονικό άνθρωπο, με αδυναμίες, αλλά ως μαμά που τα καταφέρνει όλα, που οι μπαταρίες της γεμίζουν αυτομάτως με την ανατολή του ήλιου, που δεν έχει ανάγκη από μια καλή κουβέντα-τα ξέρει όλα, ή θα έπρεπε- που εμείς είμαστε το κέντρο της.
Από την άλλη, εκείνο που με ανακούφιζε, όσο σαχλό και αν φαίνεται είναι η τάση της να είναι πάντα περιποιημένη. Ότι θα βαφόταν έστω και ελάχιστα για να βγει από το σπίτι, ότι είχε γούστο, ακριβό γούστο χωρίς όμως ίχνος υστερίας ή υπερβολής. Με λίγα λόγια ισορροπούσαν όλα, όταν έβλεπα την μάνα που με μεγάλωνε -αρχικά όλοι μαζί, μετά μόνη και με χίλιες δυσκολίες- που δούλευε πάντα, που πέρασε τόσο σούπερ όσο και άσχημα στη ζωή της, μέσα σε όλους αυτούς τους ρόλους να μην ξεχνάει τον εαυτό της. Δεν τον ξεχνούσε και δεν τον παρατούσε. Κάτι που δεν είμαι σίγουρη αν η δική μου κόρη θα έχει να θυμάται από εμένα, τουλάχιστον so far. Όσο μας είχε πάνω από όλα εμένα και την αδερφή μου, άλλο τόσο αυτό δεν αναιρούσε την πλευρά εκείνη του εαυτού της που δήλωνε πως ήταν γυναίκα. Δεν ξέρω αν αγάπησε πολύ τον εαυτό της. Θα έλεγα όχι και με θύμωσε πολλές φορές για αυτή της την μεγαλόψυχη στάση απέναντι σε άλλους. Αλλά παραμένει ο άνθρωπος εκείνος που έχει καλή προαίρεση. Και είναι δυνατή από μικρό παιδί, με μια ομορφιά σπάνια, που την βλέπεις σε φωτογραφίες και σκέφτεσαι ότι μακάρι να είχες πάρει κάπως την φάτσα της, και την σκέφτεσαι με τα λεπτοκαμωμένα ποδαράκια της να πλένει τις χοντρές κάλτσες στο σπίτι με τα άλλα τρια αδέρφια και να είναι τόσο αθώα όσο η κόρη μου. Και αυτό έκανες εσύ Χριστίνα, με έχεις κάνει να βλέπω κάθε γυναίκα ως μικρογραφία σου.

Advertisements