Κάποτε, πριν πολλά χρόνια, γνώρισα το πιο δυστυχισμένο παιδί που έχω συναντήσει ποτέ μου. Ήταν όρθιο μπροστά μου, στητό, με ένα κεφαλάκι γεμάτο ξανθά μαλλιά και με κοίταζε με δυο τεράστια μάτια όλο απορία. Όση ώρα το κοίταζα δεν έκανε ούτε μια γκριμάτσα. Σαν ρομπότ κινούνταν στον χώρο και μηχανικά έτεινε το χέρι προς το ποδήλατό του, χωρίς νεύρο έπιανε την μπάλα και την έριχνε αδιάφορα κάτω. Ήταν ένα πλάσμα γεμάτο θλίψη. Μια αδιόρατη θλίψη που δεν έμοιαζε με τίποτα που είχα προηγουμένως δει. Όταν μιλούσε, οι λέξεις του ήταν κοφτές και σύντομες. Ίσα ίσα για να συνεννοείται. Δεν έδειχνε το παραμικρό ενδιαφέρον για να εμβαθύνει ή δεν της το έδειχναν για να το κάνει. Ένα πουλί ήταν ένα πουλί. Και το νερό κυλούσε στο ποτάμι παρασύροντας ένα φύλλο. Η θάλασσα είναι μπλε, κολυμπάμε σε αυτήν, το καλοκαίρι, όταν ζεσταινόμαστε. Δεν ήξερε τίποτε πίσω από τις λέξεις. Οι λέξεις ήταν λέξεις χωρίς μαγεία, χωρίς παραμύθι, χωρίς νόημα. Μια κλεφτή ματιά στα πράγματα γύρω της και συνέχιζε να πορεύεται μπροστά στα μάτια των γονιών της που δεν την έπαιρναν αγκαλιά. Ήθελα να δω τα δόντια της. Πάσχιζα και έσκυβα για να τα ανακαλύψω ανάμεσα από τα όμορφα χείλια της. Εκείνη έσκυβε περισσότερο το κεφάλι και δεν με πλησίαζε. Δεν κατάφερα να δω το χαμόγελο της, εκείνο που θα μου άνοιγε την πόρτα του κόσμου της. Το κλάμα της μου έσκισε την καρδιά στα δύο. Δεν έχω ξαναδεί τέτοιο κλάμα σε παιδί. Ήταν σαν να ζητούσε βοήθεια από όλο το σύμπαν. Ήταν σαν ταυτόχρονα να ήξερε ότι δεν μπορεί να την βρει. Ήταν σαν να ήταν μόνη της. Μάλλον αυτό. Το παιδί αυτό είχε πάρει τελεσίδικα την απόφαση ότι είναι μόνο του και ότι θα είναι μόνο του μέχρι τον θάνατό του. Όλοι έχουμε δει παιδιά να κλαίνε. Να κλαίνε γιατί πεινάνε, να κλαίνε γιατί τα μαλώνουν, να κλαίνε γιατί νυστάζουν, να κλαίνε γιατί δεν γίνονται τα χατίρια τους. Αλλά ξέρεις ότι όλα αυτά τα κλάματα, πηγή έχουν έναν πόνο πρόσκαιρο και επουλώσιμο. Εκείνη είχε έναν πόνο τόσο σφηνωμένο στην ψυχή της που το κλάμα της ήταν στην αρχή πνιχτό και μετά σε όλους τους μύες του προσώπου της ζωγραφιζόταν ένα παράπονο και μια στεναχώρια που σε έκαναν τόσο ανίκανο να δώσεις την παραμικρή βοήθεια λες και έβλεπες ένα καράβι να βουλιάζει στη μέση του ωκεανού. Αβοήθητη μπροστά της, σαν μια τεράστια κραυγή να διαπερνά τα αυτιά μου δεν μπορούσα να μην την σκέφτομαι για μέρες. Με μηδένισε, με ακύρωσε, με έκανε ένα δέντρο, έναν τοίχο, ένα έπιπλο, έναν θεατή που βιώνει την λύπη όλου του κόσμου. Ήταν ένα παιδί αλλά ήταν λες και τα χρόνια είχαν μουτζουρώσει την αθώα της καρδιά, λες και είχαν βαρύνει την πλάτη της τόσο που δεν μπορούσε ούτε καν να τρέξει, να δείξει παλμό και ενέργεια, να φανεί κάπου ότι μέσα στο στήθος της πάλλεται μια καρδιά και μια ψυχή παιδική που πρέπει μόνο να γελά, να παίζει με άμμο, να μιλάει στις μέλισσες και να φιλάει και να φιλιέται από χείλη γλυκά και αγαπησιάρικα. Δεν την ξαναείδα από τότε. Αυτό το μικρό κορίτσι, που η ανάμνηση της θα μου θυμίζει ότι η απουσία δεν είναι λήθη και ότι θαύματα μπορούν να γίνουν μόνο με την αγάπη, δεν ξέρω γιατί ήταν έτσι, εικάζω, αλλά οι εικασίες δεν είναι γνώση, μόνο που την σκέφτομαι πολύ τον τελευταίο καιρό, γιατί, γιατί όλοι νιώθω ότι είμαστε σαν εκείνο το κορίτσι αυτές τις μέρες, σε έναν παραλληλισμό σχεδόν άτοπο, αλλά νομίζω ότι όλοι έχουμε αυτή τη στεναχώρια που αναβλύζει ακούσια, σε έναν τόπο και έναν χρόνο, μια συλλογική στεναχώρια που αν ήμουν στο διάστημα θα την άκουγα, αυτή η μικρή κουκίδα στον πλανήτη, θα έβγαζε ήχο που θα έμοιαζε με βογγητό.

mo

Advertisements