Ετικέτες

1Τις περισσότερες φορές που βλέπω τη μικρή να παίζει με τον παππού της σκέφτομαι αν θα έχω την τύχη του να βρεθώ ανάμεσα σε εγγόνια και κυρίως αν θα έχω το σθένος και την όρεξη να ασχολούμαι όπως εκείνος με αυτά.
Όταν ο παππούς της μας βλέπει μαζί, μου λέει χαμογελώντας ότι είναι σαν να βλέπει εμένα μικρή μαζί με μια φίλη μου να παίζουμε. Πρέπει να είναι φοβερό το να βλέπεις το παιδί σου, που έτσι κι αλλιώς πάντα θα είναι το παιδί σου, το μικρό σου, να έχει στα πόδια του να γυροφέρνει ένα άλλο παιδί (real όχι εκείνο που θυμάσαι) και ακόμα πιο απίστευτο να είναι το δικό σου. Μαλλιά κουβάρια.
Εκείνος ακούει σπάνια το μπαμπά, «ο παππούς ήρθε», «παππού μην της δίνεις άλλη καραμέλα» «πονάει ο παππούς έτσι όπως του πιάνεις το κεφάλι». Τρελαίνεται όμως. Σαν να τον ακούω να γουργουρίζει γατίσια η κοιλιά του. Παραδίδει τον τίτλο του μπαμπά αυτομάτως και με περηφάνια, μπροστά στη λέξη παππούς. Εκείνη συνήθως τον φωνάζει Τεπέκι, χρόνια τώρα, εναλλακτικά με το Θεόφιλος, μακριά ιστορία με πόνο και έρωτα. Εκείνος καραμέλα (αλλά πήρε το όνομά του οπότε λογικά, βρίσκεται σε σύγκρουση).
Δύσκολο να είσαι γονιός, λουκουμάκι να είσαι παππουδογιαγιά.
Έτσι όπως παίζουνε μαζί, σιγουράκι τον θεωρεί τον καλύτερο της φίλο, παράδοξο ή όχι. Έχει πάντα έναν ρόλο σε όλες τις ιστορίες για να του δώσει να υποδυθεί και είναι να μην τον πάρει μυρωδιά. Τον τραβάει από το χέρι και τον σέρνει στην κυριολεξία μέσα στον κόσμο των παιχνιδιών της. Τον κάνει γυναίκα, πρίγκιπα, κορίτσι, μωρό, άντρα της και αγαπητικό κάθε πριγκίπισσας, τον κανακεύει, τον περιποιείται, χορεύουνε, πάνε βόλτες και έχουν τα μυστικά τους. Η πρώτη φορά που μου είπε ψέματα ήταν χθες. Όχι δεν πασάλειψε με όλη την κρέμα χεριών την κούκλα της, όχι απλά έπλυνε τα χέρια της και μυρίζουν τόσο ωραία, παππού μην πεις, και μέσα σε ένα πεντάλεπτο σαν χείμαρρος μου αποκαλύπτει την αλήθεια- τι έκανα! πρόδωσα τη μανούλα, λάθος λάθος λάθος!! Δεν κρατιέμαι! Το λέω!-
Κλασικός. Ξυπνάει και κοιμάται με τη σκέψη της, λέει «φεύγω» το βράδυ χωρίς να το πετυχαίνει ποτέ με την πρώτη γιατί κάποια εξυπνάδα θα πετάξει η εγγονή, κάποιο σκέρτσο θα του κάνει, μέχρι την τελευταία στιγμή. Ειδική στην κίνηση πιάνω γένια και αρχίζω το γλείψιμο, «έλα, θα έρθεις λίγο επανάκι (επάνω όροφος)» -γιατί, πόσο κλισέ, το θηλυκό το σωστό έχει μυριστεί από τώρα ότι ένα υποκοριστικό σε οποιαδήποτε προφανώς λέξη, μπορεί να κινήσει μέχρι και βουνά- εκείνος λιώνει σαν τυρί μέσα σε τοστ.
Όταν είναι μαζί του θέλει αποκλειστικότητα. Περνάνε καλύτερα όταν δεν έχουν θεατές. Κάνουν τα δικά τους και αφού αποκλίνουν από τις εντολές της μαμάς, γίνονται συνωμότες. Είναι ελεύθεροι σε έναν κόσμο παραμυθιού με τους τελείως δικούς τους κανόνες, στους οποίου υπερισχύει η τακτική του χάους, μπαίνεις στο δωμάτιο και βρίσκεις το χαμένο μπρατσάκι να φοριέται με σκούφο και γάντια.
Έχει μάθει κοντά του να κόβει τα φύλλα από τον κισσό, να πλένει φλιτζανάκια του καφέ, να ταΐζει τα μεγαλόσωμα σκυλιά που έρχονται στα σκαλιά του και τον κοκκινολαίμη που τον συντροφεύει στο παράθυρο, να ακούει και να την ακούν, να ρωτάει και να παίρνει απαντήσεις με νόημα χωρίς ‘τι ρωτάς τώρα;;’, και τόσα άλλα που δεν έχω ιδέα, αλλά εκείνη μου προφταίνει «ο παππούς μου το έδειξε/είπε/έμαθε».
Και στην προοπτική του φευγιού μας από την πόλη «σαν να γίνεται ξαφνικά 100 χρονών, όταν μιλάει γι αυτό» παρατηρεί η γιαγιά, που έχει και εκείνη το δικό της ξέχωρο κεφάλαιο στη ζωή του παιδιού αυτού που το έχει σαν το στερνοπαίδι της.

Advertisements