Σίγουρα ξέρεις ένα από αυτά. Είτε στέκεται αγκάθι στον τριανταφυλλένιο οικογενειακό ιστό είτε έχεις ακούσει από φίλους μεταξύ αστείου και σοβαρού να μιλάνε για αυτό. Έχει ξεφύγει τα τριάντα, χωρίς να αποκλείεται να είναι και πενήντα. Είναι το παιδί εκείνο που ακόμα παίρνει τηλέφωνο τη μαμά του. Όχι για να την ρωτήσει τι κάνει αλλά για να της πει ότι μόλις βγήκε από το μπάνιο και δεν ξέρει αν το λαδί πουκάμισο ταιριάζει με το καφέ παντελόνι και αν τα σκουλαρίκια που είχε αγοράσει μαζί της, ξέρει που τα έχει βάλει. Θα την ρωτήσει επίσης τι να γράψει στο e-mail που της έστειλε η φίλη της ή αν η σαλάτα για το μεσημεριανό της με ρόκα και μαρούλι είναι έτοιμη. Και ποιος θα κάνει το delivery στο σπίτι της. Είναι καθημερινοί άνθρωποι που ίσως στον έξω κόσμο φαίνονται ότι έχουν μια φυσιολογική ζωή, αυτάρκεις και ανεξάρτητοι. Που όμως αν κοιτάξεις καλύτερα και συναναστραφείς λίγο μαζί τους και κυρίως αν είσαι μπροστά στα τηλεφωνήματα που κάνουν στην μαμά θα καταλάβεις ότι κάτι πάει εντελώς στραβά. Είναι τα παιδιά που δεν ξέρουν πώς να ζητήσουν κάτι από κάποιον χωρίς να τους λείπει η ευγένεια. Δεν ξέρουν πως  να αντιμετωπίσουν τον βενζινά που τους κλέβει στο πετρέλαιο και τον μανάβη που πάει να τους πουλήσει σάπιες πατάτες. Εννοείται πως δεν ξέρουν να διαχειριστούν κρίσεις αφού δεν μπορούν να διαχειριστούν ούτε τη σαπουνάδα που πέφτει στα μάτια τους όταν λούζονται.
Συνήθως δεν έχουν καμία διάθεση να βοηθήσουν άλλους και δηλώνουν άγνοια. Δηλώνουν πολλά. Μα το πιο σημαντικό είναι ότι έχουν σχεδόν με τη μορφή τατουάζ στο κούτελο μια ταμπέλα. Την ταμπέλα του «αυτός είμαι». Η ταμπέλα αυτή είναι κεκτημένο. Δεν αποτελεί γενετήσιο χαρακτηριστικό. Την καλλιέργησαν ή τους την καλλιέργησαν χρόνια πριν, μεθοδικά και χωρίς να αφήνουν κενά και παραλείψεις ή περιθώρια για αμφιβολίες.
Είναι μια ρετσινιά που τους βολεύει όσο ο καναπές που κάθονται και έχει πάρει το σχήμα του σώματός τους. Οι αντιδράσεις των άλλων, παρόλο που σε οικογενειακά πηγαδάκια ή σπασμένα τηλέφωνα, πυροδοτούνται σχεδόν σαν αυτοαναφλεγόμενες, αποτελούνται από καταιγιστικά σχόλια του τύπου «πόσο παρτάκιας, πόσο ανίκανος» και τελειωτικά και αμετάκλητα «πόσο τεμπέλης». Από όλα, περισσότερο αυτό που πλανάται  στον αέρα γύρω από το άτομο αυτό είναι η λέξη παιδί. Έτσι τον βλέπουν γιατί έτσι θέλει εκείνος και η μαμά του. Και όσο και αν λένε, λένε, λένε, σχεδόν κανείς δεν τολμά να τους αντιπαρατεθεί, σχεδόν κανείς στην ουσία δεν θεωρεί ότι αυτό το κουτσομπολιό οδηγεί κάπου. Στην πραγματικότητα μπορεί να βρεθούν οι ίδιοι στο στόχαστρο του «παιδιού» το οποίο με δύο τρείς κινήσεις θα βγει από πάνω, λέγοντας «και εσένα τι σε νοιάζει». Και η αλήθεια είναι πρέπει να νοιάζει μόνο τρείς ανθρώπους. Το ίδιο, την μάνα του και τον σύντροφο του. Τον καθένα για τελείως διαφορετικούς λόγους. Το ίδιο γιατί οι άλλοι δεν θα είναι για πάντα εκεί, την μάνα του γιατί κρίμα είναι, ας του βάλει μια πιπίλα και ας το κρατήσει σπίτι τσάμπα τα νοίκια (το πόσο δυσκολεύει η ζωή της το βάζω στην άκρη γιατί κατά βάθος εκείνη χαίρεται που «προσφέρει»), και την σύντροφο του, αν έχει, γιατί είναι πασπαρτού και θα αναλάβει τα ηνία της μαμας του σε λίγα χρόνια, οπότε πρέπει να σκεφτεί αν το μπέιμπι σίτιγνκ αποτελεί καλό επαγγελματικό προσανατολισμό.
Κάποτε, όχι πολλά χρόνια πριν, όσο κυνικό και αν ακούγεται, ο γέρος, από σεβάσμια κορυφή του γιορτινού τραπεζιού, σε κάποιες περιπτώσεις, κατρακύλησε στο να θεωρείται λειψό μέλος, άτομο που δεν ανήκει πλέον στην ομάδα, και αν ήταν και άρρωστο, ένα κάποιο βάρος που σε κάποιον έπρεπε να φορτωθεί. Εκτός και αν τον ίδιο αυτό γέρο, θα τον κληρονομούσαν και είχε μεγάλο κομπόδεμα, σπίτια, κτήματα και εξοχικά στα Καμένα Βούρλα. Τώρα το ανάπηρο παιδί βλέπει αυτόν τον γέρο κάτι παραπάνω από χρήσιμο. Χρηματοδότη και προστάτη οικογενείας. Είναι αυτός που έχει την πηγή, το χρήμα. Η σύνταξη είναι το μπισκοτολούκουμο  του παιδιού που και μόνο στην ιδέα ότι υπάρχει η περίπτωση του αναπόφευκτου, κλονίζεται. Το ανάπηρο παιδί έχει ανάγκες που οφείλουν όλοι να τρέξουν να ικανοποιήσουν αν και το ίδιο στον χάρτη αξιών του έχει αφαιρέσει και αποστρέφεται την έννοια της αλληλεγγύης. Η ψυχολογική υποστήριξη του γονιού, τα λόγια παρηγοριάς που ζητάνε από εκείνον, η εξιστόρηση της καθημερινής ρουτίνας τους με τις πιο ανατριχιαστικές λεπτομέρειες και το δεκανίκι των ελλιπών κοινωνικών δεξιοτήτων είναι ψιχουλάκια μπροστά στη ανάγκη για χρηματοδότηση. Ακραίο ή όχι, σήμερα, αυτή η αλήθεια έχει προστεθεί στον μακρύ κατάλογο των αναγκών για τα ανάπηρα παιδιά. Αστο να στερέψει και θα δεις τα δόντια του. Δεν θα το βρεις νεκρό στο χαλάκι της κουζίνας. Θα το δεις όρθιο να παλεύει. Γιατί δεν είναι κουτσό. Παριστάνει το κουτσό. Και όσες ελλείψεις και αν έχει συνήθως είναι πλασματικές και ψεύτικες, δικαιολογίες για την αδράνεια του και την ανημπόρια του. Είναι τα παιδιά εκείνα που δεν ξέρουν να κάνουν ένα αυγό, αλλά μπορούνε αν μάθουν. Εκείνα που ντρέπονται να μιλήσουν στο τηλέφωνο μόνο που η ντροπή δεν φαίνεται να δικαιολογείται ως προβληματική συμπεριφορά στους ενήλικες. Είναι εκείνα που κλαψουρίζουν για την κακή τους τύχη αλλά αν η τύχη γυρίσει τ’ανάσκελα θα είναι γιατί είναι πολύ όμορφοι, περιζήτητοι και ταλαντούχοι. Άσε μάνα το παιδί να πλύνει μόνο του τα χέρια του γιατί μπορεί να μην καταλάβεις πότε θα το χτυπήσει το τατουάζ στο μέτωπο.

Advertisements