Ετικέτες

surpriseΤα καλύτερα δώρα που έχω πάρει ως παιδί ήταν τα αναπάντεχα. Συνήθως μου αρέσει να περιμένω κάτι, να το προετοιμάζω για να ζω την αναμονη, γιατί ξέρω ότι πρέπει να απολαύσω το ουράνιο τόξο μέχρι να βρω τον θησαυρό που βρίσκεται στο τέρμα του. Τα Χριστούγεννα μετρούσα μέρες και ώρες μέχρι να τρέξω κάτω από το δέντρο, πριν τις διακοπές έσβηνα σε αυτοσχέδια ημερολόγια τις μέρες μια μια με μεγάλα κόκκινα χι, και όταν πρόκειται για εκδρομή θέλω να το ξέρω, να ζήσω αυτή την στιγμή που κλείνεις τα μάτια το βράδυ σχεδόν χαμογελώντας, ελαφρύς για να έρθει το ξημέρωμα γρήγορα. Από την άλλη διασκεδάζω εξίσου με τις εκπλήξεις όταν είναι πραγματικά εκπλήξεις, όταν δεν το έχω πάρει καθόλου μυρωδιά, όταν πρόκειται για πράγματα που δεν είχα καθόλου στο πλάνο μου. Αυτό το, χάφτω μύγες με το στόμα σε διάσταση.
Έτσι τη μέρα που ψηνόμουν στον πυρετό, εξαντλημένη στον καναπέ του σαλονιού και προσγειώθηκε δίπλα μου το κουτί με την κούκλα με το κίτρινο φόρεμα παρέα με ασορτί κουζίνα με καρό ντεσέν, έμελε να είναι η μέρα που θα στιγματίσει το παιδικό μου μυαλό. Η μέρα που ο μπαμπάς, μου έκανε δώρο το «μια νεράιδα με μπλουτζίν» με αφιέρωση που δεν ήξερα ότι θα περιέκλειε, μετά από μια παρεξήγηση μας όπως έγραφε, τότε, θυμάμαι ακόμα σε ποιο σημείο καθόμουν όταν πήρα το βιβλίο στα χέρια μου και τα δάκρυα μου να τσούζουν στο μάγουλο. Την ημέρα που είχαν γυρίσει από ταξίδι στο Παρίσι και χοροπηδούσα ανάμεσα σε γαλλικές πλαστικές σακούλες που μόνο αυτό να μου είχαν φέρει ,εμένα μου έφτανε.
Αυτά τα αναπάντεχα λοιπόν, well ok ίσως το είχα μυριστεί ότι θα γύριζαν με τιγκαρισμένες βαλίτσες από το Παρίσι ωστόσο ο πάγκος με τα λαχανικά ήταν από τα ωραιότερα παιχνίδια που είχα αποκτήσει τότε στα μέσα των 80’s. Και έχει αξία όλο αυτό γιατί ήξερα πότε να ζητήσω κάτι, με συστολή συνήθως το έκανα, και πώς να το εκτιμήσω. Και τα αγαπούσα τα παιχνίδια μου. Μοναχοπαίδι μέχρι τα επτά συγκατοικούσα με αυτά.
Όταν με παρακίνησε να πάμε προς το ράφι, δεν ήξερε ότι πήγαμε μόνο για αυτό εκεί. Έλα να σου την δείξω, την έχεις δει ποτέ; Την έχουμε κρύψει πίσω πίσω με την Α. (αδερφή μου) Έλα, έλα…
Δεν την έβρισκα. «Πάαααρε εκείνο το κουτί από μπροστά, είναι πίσω του!» είπε στάζοντας μέλια μέχρι τα πλακάκια.
Όντως εκεί ήταν. Της την έδωσα να την κρατήσει και είχε το ύφος του I’m the king of the world!
Από εδώ και πέρα είναι δικιά σου, της είπα.
«Αλήθεια; Αλήθεια το λές; Δικιά μου;;;» Μούδιασε το πρόσωπο της, άλλαξε χρώμα, γονάτισα δίπλα της και της εξήγησα γιατί.
Το βλέμμα της δεν έφευγε λεπτό από το κουτί με το χαμόγελο εκείνο, αυτό που εκλιπαρώ να έχω σε κάθε φωτογραφία αλλά δεν πετυχαίνω ποτέ.
Τα ευχαριστώ έπεφταν σαν διαμάντια μέσα στα αυτιά μου, κάθε λίγο ευχαριστώ μαμά που μου την πήρες, μια εκτίμηση που δεν έχω συναντήσει σε ενήλικα, με ευγνωμοσύνη αυθεντική. Τα ευχαριστώ της με σκλάβωναν, ερχόταν εκεί που δεν το περίμενα, μέχρι πριν κοιμηθεί, και της την έδωσα δίπλα της. Κοιμήθηκαν αγκαλιά. Μετρημένες στα δάχτυλα οι φορές που έχει ποτέ πάρει κάτι μαζί της να κοιμηθεί. Κι όμως αν πας τώρα στο κρεβάτι της, θα την δεις αγκαλιά με μια κούκλα, που ήταν λέει φίλες με τις υπόλοιπες εκεί στο ράφι, και ήρθε και γνώρισε τις δικές της σήμερα το απόγευμα. Και «σ’αγαπω μαμά, ακόμα και όταν δεν μου αγοράζεις κούκλες» αν δεν είναι να ζεις για κάτι τέτοιο, γιατί άραγε άλλο να αξίζει να μεγαλώσεις ένα πλάσμα;
Αυτό το δώρο τελικά ήταν δικό μου.

Advertisements