Ετικέτες

Ποιος πονάει περισσότερο, αυτός που φεύγει ή αυτός που μένει πίσω;
Τι είναι καλύτερο, να αγαπάς ή να αγαπιέσαι;
Να δίνεις ή να παίρνεις;
Να είσαι ευτυχισμένος ή να έχεις μια ζωή με νόημα;
Είναι το νόημα να αγαπάς και να δίνεις; Αν ναι, τότε γίνεσαι και ευτυχισμένος έτσι δεν είναι;
Ή ακόμα και αυτό συγκαταλέγεται σε αυτά που σε κάνουν να θέλεις να ικανοποιήσεις πρωτίστως το ρημάδι το ‘εγώ’. Δηλαδή όταν αγαπάμε και προσφέρουμε, το κάνουμε πρώτα για εμάς και μετά για τους άλλους ή είναι ο ορισμός της ανιδιοτελούς πράξης; Μια δαιδαλώδης αναζήτηση του ποιος έκανε το αυγό. Τουλάχιστον, θέλω να είμαι στην πλευρά του δίνω και του αγαπώ και να πιστεύω ότι δεν είμαι μια μαριονέτα που κατά βάθος την κουνάει ένας εγωιστής γίγαντας.  Ωστόσο, όλα αυτά μου φαίνονται αρκούντως περίπλοκα, αν και περίπλοκη αγάπη δεν υπάρχει,  για ένα βράδυ σαν κι αυτό. Οπότε θα σταθώ στο ποιος πονάει περισσότερο, στον αποχωρισμό.
Ας πάρω ως δεδομένο ότι είναι κοινή απόφαση. Ας πάρω επίσης ως δεδομένο ότι εκτός από κοινή, είναι και μια απόφαση μονόδρομος. Επιπλέον έχει ρίσκο. Αν το σκεφτώ παραπάνω, θα πω ότι οι περισσότερες αποφάσεις μας τα τελευταία χρόνια, είχαν το μέγιστο δυνατό ρίσκο.
Αυτός που φεύγει αλλάζει αυτόματα. Παραστάσεις, ρουτίνα και επαφές. Αυτός που μένει αλλάζει σταδιακά. Έχει το αβαντάζ του κατακαθιού. Στροβιλίζεται για λίγο και μετά μένει στον πάτο να σκεφτεί. Αυτός που φεύγει χάνει. Χάνει ερεθίσματα, εικόνες και μυρωδιές. Δεν έχει τόπο αναφοράς. Αυτός που μένει παλεύει καθημερινά με τα ίδια δεδομένα σε αντίστροφη τροχιά. Έχει αντικείμενα να του θυμίζουν αυτό που έφυγε. Θρηνεί την απώλεια. Αυτός που φεύγει είναι η απώλεια. Την κουβαλάει μαζί του και την γυροφέρνει μέχρι να την ξεχάσει, αν θέλει να την ξεχάσει. Μέχρι δηλαδή από έλλειψη να γίνει νοσταλγία. Η νοσταλγία έχει τόσο όσο ρομαντική χροιά. Σαν ένα ποτήρι κρασί που το πίνουμε σε εξαιρετικές περιπτώσεις γουλιά γουλιά ή σε ένα μπαλκόνι νησιού στις καλοκαιρινές διακοπές. Έχει και κάτι γλυκανάλατο και ρευστό. Και έτσι δεν έχει ισχύ. Αυτός που μένει προσαρμόζει τον χώρο του. Σκουπίζει, σφουγγαρίζει, τραβάει τα κρεβάτια και παίρνει τη σκόνη, μαζεύει τα κομμάτια, αλλά οι τοίχοι είναι ίδιοι με χθες. Η απουσία έντονη στην ατσαλάκωτη πλευρά του σεντονιού το πρωί. Όμως ο ήλιος πάλι μπαίνει από την ίδια χαραμάδα του παραθύρου και γαργαλάει το δεξί βλέφαρο. Αυτός που φεύγει, έχει κάνει ήδη τον δρόμο και έχει αφήσει τα δέντρα και τα σπίτια πίσω του, μακρινές εικόνες ενός εφήμερου, τόσων δευτερολέπτων, παρόντος. Το φευγιό δεν ξέρει τον γυρισμό. Ξέρει μόνο το κατεβάζω το κεφάλι και τρέχω να προλάβω. Αυτός που φεύγει ξέρει από πριν, οτι αυτό που τον περιμένει είναι σχεδόν ακατόρθωτο να το αντιμετωπίσει με τα όπλα που έχει. Τα δεδομένα έχουν αλλάξει. Αυτός που μένει περιμένει, πως θα γινόταν αλλιώς. Περιμένει και εκείνος να φύγει. Εκεί, μαζί με αυτόν που έχει φύγει. Και έτσι το ερώτημα δεν έχει απάντηση. Αυτός που μένει, περιμένει και ελπίζει. Για άλλους που μένουν δεν ξέρω. Ούτε για άλλους που φεύγουν. Πάντως για μένα αυτός που έφυγε μας λείπει από τώρα.
«Ξέρεις τι πρέπει να κάνεις όταν κλαις; Όπως πέφτει το δάκρυ, βγάζεις τη γλώσσα και να το γλείφεις…να έτσι…» Χριστίνα

Advertisements