Ετικέτες

,

Γυρίσαμε από πενταήμερες διακοπές στη Θάσο, οι πρώτες διακοπές της Χριστίνας σε ενοικιαζόμενο δωμάτιο. Τα πήγε πολύ καλά, αν εξαιρέσουμε την πρώτη νύχτα που περίμενε ότι θα πάρουμε το φερι και θα γυρίσουμε σπίτι. Το επόμενο πρωί μου είπε ότι νόμισε ότι είμαστε στο δωμάτιο της, για την ακρίβεια το «φανταζόταν» αλλά μετά την προσαρμογή έγινε ένα μικρό διακοποπαιδάκι.
Δούλεψε πολύ μπρατσάκι, πολύ αντηλιακό, πολύ κουνούπι #psekastere, πολύ άμμος, πολύ ψάρι και πολύ αλάτι στην πετσέτα και δεν δούλεψε καθόλου γκρίνια, ευτυχώς.

DSC08386
Ήταν πέντε μέρες που τις είχαμε ανάγκη, αν αναλογιστεί κανείς τι μας περιμένει από το Σάββατο και έπειτα που ο μπαμπάς αναχωρεί για Αθήνα. Σε αυτήν τη φάση θα προσπαθήσω να αλλάξω το σενάριο και από το «τι θα πάει στραβά» να σκεφτώ «τι θα πάει καλά». Μερικοί άνθρωποι μπαίνουν στη ζωή σου έστω για ένα μόνο βράδυ αλλά τις πιο κατάλληλες στιγμές, για να δεις τα πράγματα λίγο αλλιώς.
Φάγαμε πολύ περισσότερο νικώντας κατά κράτος την αντίληψη, καρπούζι με τυρί για μεσημεριανό και το γνωστό, έλα μωρε μια φορά το βράδυ θα τρώμε. Η Χριστίνα ακολούθησε πιστά τις διατροφικές της συνήθειες που ναι μεν δεν πολυτρώει, plus εξαιρετικά δύσκολα δοκιμάζει καινούριες γεύσεις, “μπλιαχ το λάδι τους δεν μου αρέσει”, που σε ποιόν να πεις για το Θασίτικο λάδι και να μην φαντασιώνεται βούτες και παπάρες. Αλλά κάπως, κάπου, η θάλασσα ανοίγει την όρεξη και έγιναν και θαύματα, με έναν θεικό μουσακά να καταλήγει να φαγωθεί ολοσχερώς.
Τα μαλλιά της μου φάνηκαν ότι μάκρυναν, το δέρμα της ότι έφυγε έναν τόνο από την ασπρίλα του χειμώνα και το αλάτι ότι της έψησε το μυαλό. Νομίζω ότι η θάλασσα είναι ο,τι καλύτερο έχει συμβεί στη ζωή της.

DSC08085 Και μέσα σε όλα αυτά τα διακοπίστικα με φόντο κάτι υπέροχες παραλίες του νότου του νησιού  (σώζουν-timeline-και- cover-photo-από-την-αδράνεια),  τσουπ ήρθε και η στιγμή εκείνη όπου το κάδρο στραβώνει και δεν ξέρεις από ποια μεριά πρέπει να κουνηθεί για να ισιώσει.
Δηλαδή σε μια παραλία ο καθένας γεμίζει το κενό της διαδρομής ματιού, σελίδα βιβλίου, κύμα που σκάει, με εικόνες, εγώ με Κόου, άλλος με Μουρακάμι (λίγο έλειψε από τον ενθουσιασμό να αρχίσω το τρολάρισμα στον διπλανό μου), άλλος με Κινγκ, άλλος με Καρυστιάνη και άλλος με ένα από αυτά τα ξενόγλωσσα ογκώδη βιβλία που θυμίζουν pocket αλλά είναι king size, δεν ξέρω πως γίνεται αυτό, εγώ γέμιζα το κενό με τη λέσχη των τιποτένιων γιατί λυπήθηκα το λαχάνιασμα που ξόδεψα για να προλάβω το βιβλιοπωλείο ανοιχτό, μισή ώρα πριν την αναχώρηση, τον έσωσε η Θάσος τον Κόου, και η Χ. έπαιζε με βάρκα γεμάτη νερό, φύκια και πέτρες και όλη την τσάντα με τα κουβαδάκια/ποτηστίρια/νεροπίστολα συν τις μπάρμπι (να σε δω να καθαρίζεις μετά το φύκι μέσα απο τα μαλλιά της, μαμά).

Πλησιάζει λοιπόν, κοριτσάκι, με παντελόνι κάπρι, βρεγμένο, κατάξανθα μαλλιά μέχρι τη μέση, γαλανά μάτια, λέω ξένο θα είναι, σπανίως συναντήσαμε έλληνες έτσι κι αλλιώς, δεν ήταν, να παίξει με τη μικρή, πως σε λένε, Ελένη, για έναν περίεργο λόγο κόλλησα και δεν ήξερα αν είναι αγόρι ή κορίτσι, συνέρχομαι, αρχίζουν το παιχνίδι, δεν έχω αντιληφθεί που ακριβώς κάθεται η μαμά του, δεν άρχισα να ψάχνω από την αρχή, ντροπή σκέφτομαι, σιγά σιγά το παιχνίδι μεταφέρεται εκεί που σκάει το κύμα, η Χ. φοράει μπρατσάκια γιατί θέλει να κολυμπήσει, της λέω της Ελένης, πήγαινε να βάλεις κι εσύ και ξαναέλα, δεν έχω μου λέει, το βλέπω βουτάει με το κεφάλι, πίνει τα νερά του, τσαλαβουτάει, η Χ. θέλει να πάει πιο βαθιά να κολυμπήσει με τη γιαγιά της, παιδάκι ξένο, γύρω στα 4 και χωρίς μπρατσάκια δεν το παίρνω μαζί μου  λέει η μαμά μου, κατανοητό. Κάποια στιγμή αυτό γυρνάει και μου λέει, κρυώνω, θέλω πετσέτα, κατακόκκινα τα ματάκια του , τρέχα στη μαμά της λέω, νομίζοντας ότι είναι πολύ κοντά μας, όχι μου λέει, θέλεις να πάμε μαζί της λέω, ναι, που είναι; δεν ξέρω μου απαντά, είναι εκεί; την ρωτάω δείχνοντας μια γυναίκα που κοιμάται σε μια καρέκλα και έχει μπροστά της κουβαδάκια, η μόνη που έχει απομείνει στην παραλία η οποία ξαφνικά δεν έχει κόσμο , ναι μου λέει (πριν κάποια ώρα σκανάροντας την παραλία είχα εντοπίσει μια κυρία να κάθεται μόνη και σκέφτηκα ότι είναι εκείνη, αλλά όχι) και εδώ αρχίζει το σόου, γιατί ξεκινάμε να περπατάμε, φτάνουμε σχεδόν στην άλλη άκρη, η κυρία έχει μια πετσέτα με τη μίνι, λέω ωραία εδώ είμαστε, την ρωτάω αυτή είναι η μαμά; ναι μου λέει, το παιδί στο μεταξύ έχει αρχίσει να χάνει την ικανότητα του λόγου, ναι, όχι, κούνημα κεφαλιού, διστάζω, να πάρω την πετσέτα;  (μου είχε φανεί απόλυτα φυσιολογικό να πω «πήγαινε στη μαμά να σκουπιστείς» και τώρα μονολογώ που έχω το παιδάκια να κρυώνει και δεν του έδωσα κατευθείαν την πετσέτα της Χ.)  κάτι μέσα μου μου λέει ότι δεν είναι αυτή η μαμά της, έχω προσέξει έναν μπαμπά με ένα παιδάκι μέσα στη θάλασσα, σκέφτομαι και αν αυτή είναι οικογένεια, δεν ξέρω τι να κάνω, η παραλία έχει αδειάσει, ξυπνάω την κυρία, δεν ξέρει ελληνικά,  “are you the mother of this child?”, “no”, απαντάει, “she came from there” μου λέει και δείχνει το χωράφι επάνω από την παραλία, κοιτάω δεν διακρίνω τίποτα, αρχίζουμε να ανεβαίνουμε με τη μικρή, πλέον δεν ψάχνουμε μόνο πετσέτα φυσικά, βλέπω τρεις ανθρώπους σε ένα τραπέζι πίσω από το συρματόπλεγμα, «εδώ είναι η μαμά; φώναξε την», “όχι» μου λέει στην αρχή, μετά αρχίζει μαμά, μαμά, καμία ανταπόκριση, στο τρίτο μαμά, κάποια γυναίκα γυρνάει προς το μέρος μας «έλα εδώ!» και ξαναστρέφει το βλέμμα της αλλού, είμαι αόρατη «θέλει μια πετσέτα, έχει κρυώσει» της λέω «έλα εδώ!άντε και θα φύγουμε σε λίγο!» απαντάει στη μικρή με στόμφο, κάθομαι και την κοιτάω, γυρνάει πάλι από την άλλη, παροτρύνω τη μικρή να πάει «όχι» μου λέει «πήγαινε σκουπίσου και εμείς θα σε περιμένουμε αν θέλεις να ξαναέρθεις» της λέω για να ηρεμήσει γιατί μου φάνηκε ότι φοβόταν ότι αν πάει δεν θα την ξαναφήσουν να γυρίσει, τώρα που το σκέφτομαι εντελώς λάθος συμπέρασμα, αρχίζω να περπατάω προς την παραλία για να καταλάβει ότι πρέπει να πάει στη μαμά της, γυρνάω το κεφάλι μου και μόλις τότε η μαμά της έχει σηκωθεί από την καρέκλα. Είμαι μπερδεμένη, σαν να έκανα κάτι λάθος, μέχρι που φτάνω προς τις πετσέτες μας, ένα ζευγάρι ηλικιωμένων μιλάει με τη μαμά μου, της είπαν τα εξής: εδώ και 15 μέρες κανείς τους δεν έχει δει τη μαμά αυτού του παιδιού, είναι μόνο του συνέχεια και μόλις δει μικρά παιδιά πηγαίνει και παίζει μαζί τους μέχρι εκείνα να φύγουν, εξακολουθώ να είμαι μπερδεμένη, λένε «ποιος ξέρει τι τραβάει αυτό το παιδί και δεν θέλει να είναι με τους δικούς του», δεν ξέρω αν είναι η αλήθεια, αν το παιδί δεν θέλει να είναι με τους δικούς του ή αν οι δικοί του δεν θέλουν να είναι με το παιδί. Όσο προοδευτικά και αν προσπάθησα να δω το θέμα, ένα έτυχε εκείνο το απόγευμα να συμβεί αυτό, μου το διέλυσαν οι άνθρωποι αυτοί που το έβλεπαν κάθε μέρα στην ίδια κατάσταση. Και πως μπορεί να τυχαίνει, να μπορεί το παιδί σου να πνιγεί ένα πάσα στιγμή, να εμπιστεύεσαι την ασφάλεια του στον κάθε τυχόντα, να μην ανησυχείς αν θα σου το πάρουν, αν κρυώνει, αν κάηκε από τον ήλιο. Τι ελαφρυντικά; δεν ξέρω..ρώτησα στα δωμάτια που μέναμε αν τυχαίνει να ξέρουν ποιοι μένουν εκεί, αν έχουν ακούσει κάτι, δεν ήξεραν. Αργότερα σκέφτηκα αν έπρεπε να τους έλεγα κάτι, αλλά δεν ξέρω τι που να μην κατέληγε στο να αντιδικώ με άγνωστους ανθρώπους, που έκαναν σαν να τους επέστρεφα ένα βάρος, που δεν με διέκριναν καν να βρίσκομαι δίπλα στο παιδί τους.

Advertisements