Ετικέτες

Η σχέση μου με το αλκοόλ ήταν πάντοτε μια ελεύθερη σχέση, χωρίς δεσμεύσεις, όποτε ήθελα έμπαινα, όποτε ήθελα έφευγα.

Στα φοιτητικά του δώσαμε και κατάλαβε, αλλά είχαμε το άλλοθι της φοιτητικής ανεμελιάς παύλα ριτσουαλ μυσταγωγίας πρώτου, δεύτερου και τα λοιπά έτους όπου πίνεις στα καντούνια της συμπρωτεύουσας δι’ ασήμαντον αφορμήν, δηλαδή σχεδόν καθημερινά ή  πίνεις σε πλαστικά ποτηράκια πικ νικ μέσα σε φοιτητικά πανομοιότυπα διαμερίσματα που αντί για τραπέζι έχουν κάσα από μπύρες. Ισοπεδωτικά πιόματα δεν έχω κάνει πολλά στη ζωή μου, αλλά έχω κάνει, όμως δεν μπορούσα ποτέ να πιώ μόνη μου και δεν μου έγινε ποτέ το ποτό αυτό που λένε φιλαράκι. Λίγα χρόνια αργότερα, γνωρίζοντας τον άντρα μου που μεγαλύτερο φαν της Corona δεν έχεις, μειώθηκαν τα έξω της απύθμενης κραιπάλης κατά πολύ. Έτσι φτάνουμε στα σήμερα οπού βάζω αλκοόλ στο στόμα μου σε δύο και μόνο περιπτώσεις. Στις οικογενειακές γιορτές, τύπου κρασάκι, ένα ποτήρι, στο δεύτερο πάω για ύπνο, ή στις επίσης σπάνιες περιπτώσεις που έχει έξοδο και που λιβανίζω δύο ώρες ένα μοχίτο με κίνδυνο να έρθει να μου το μαζέψει το αετομάτικο γκαρσόν.

Μου λείπει η εποχή που βγαίναμε με την Α., όχι για το ποτό αλλά γιατί δεν μας ένοιαζε αν την επόμενη μέρα θα έχουμε ένα κεφάλι μετά από πυροβολισμό που στόχευε στον βέβαιο θάνατο αλλά επιζήσαμε. Είναι στην λίστα των πραγμάτων που μου λείπουν από τότε που ξέρεις ήρθε στη ζωή μου το κορίτσι μου. Αλλά δεν είναι εκείνη ο λόγος που δεν μπορώ να αντέξω το αλκοόλ. Ή ξέμαθε το συκώτι μου και τα πέριξ όργανα και τους κάνει δυσανεξία, ή μεγάλωσα. Το δεύτερο είναι πιο τρομακτικό; Δεν έχω αποφασίσει αλλά το αποκλείω. Διότι έτσι ερχόμαστε στην περίπτωση του μπαμπά Χ ή αλλιώς παππού της Χ.

Ο οποίος όσο κι αν ψάχνω λόγια για να τον χαρακτηρίσω τα βρίσκω σκούρα. Είναι ο γεμάτος από εμπειρίες, είναι ο άνθρωπος που δοκίμαζε πράγματα και από αυτά κρατούσε τα καλύτερα, είναι αυτός που έζησε ωραία ζωή, είναι αυτός που ξέρει να τρώει καλά, ξέρει να κάνει παρέα, ξέρει να γεύεται τη ζωή, ο κιμπάρης, ο πρωτοπόρος, ο άνθρωπος που έχει φίλους για να πιει ένα ούζο στη μεσημεριανή επαρχία. Από αυτόν έμαθα τα περισσότερα από όσα γνωρίζω, δοκίμασα τα περισσότερα από όσα κατάφερε, άλλα με επιτυχία, αλλά χωρίς επιτυχία, αυτό το ούζο όμως με ξεπέρασε. «Έλα να πιούμε ένα ουζάκι..…πφφφ δεν κάνεις παρέα» εκείνος θα τρώει μικρές αντζούγιες μέσα στο μικρό άσπρο πιατάκι του, θα κόβει λίγη γραβιέρα Κρήτης, μια μικρή ντομάτα με ρίγανη δίπλα στο ψωμί, όσες συζητήσεις κι αν έχουμε κάνει και έτυχε να είμαστε στο τραπέζι, εγώ δεν «κάνω παρέα», δεν πίνω το ούζο που μου προσφέρει κι ας εύχομαι να μπορούσα. Για να γίνουμε συμπότες, συμμορίτες, συνωμότες. Γιατί άλλη γλύκα έχει να τρως την καυτερή πιπεριά και να την σβήνεις με το ούζο και τα λόγια να γεμίζουν με το άρωμα του γλυκάνισου. Κυλάει η παρέα..

Advertisements