Ετικέτες

,

stormΌταν περνάς όλη τη μέρα σου με ένα μικρό παιδί στο σπίτι, μοιραία δεν έχεις κάπου να κρυφτείς. Ή αλλιώς δεν έχεις την εναλλακτική του θα πάω στη δουλειά και θα ξελαμπικάρω, θα αλλάξω σκηνικό και παραστάσεις, θα αδειάσει το κεφάλι μου από ότι συνεπάγεται παιδί και σπίτι. Από τότε που ήρθε στον κόσμο η Χ. δεν έχω δουλέψει ούτε μια μέρα. Πάνε δηλαδή τρία χρόνια που σώμα και ψυχή, περισσότερο σώμα, γιατί και αυτή η ψυχή έχει το ελεύθερο να την κάνει που και που αν δει τα σκούρα, είμαστε μαζί. For good and for bad. Αν ήταν ενήλικος άνθρωπος θα έλεγα ότι κανείς δεν με ξέρει καλύτερα από τη Χ. και τους γονείς μου. Αλλά δεν είναι. Δεν μπορεί να διαβάσει τον χαρακτήρα μου και το πιθανότερο είναι ότι θα περάσουν πολλά χρόνια για να συμβεί αυτό. Για να δεις τους γονείς σου σαν ανθρώπους δε χρειάζεται απαραίτητα να γίνεις κι εσύ γονιός, απλά κάποια μέρα συμβαίνει και σίγουρα είμαστε μακριά από εκείνη τη μέρα. Όμως, διαβάζει τα συναισθήματά μου, αποκρυπτογραφεί τις διαθέσεις μου και έτσι μπορεί και να με χειραγωγήσει. Οπότε, όσα έχω, όσα νιώθω, οι αντιδράσεις μου, οι συμπεριφορές μου και πολλές πτυχές του χαρακτήρα μου ξεδιπλώνονται στο every day πιάτο της Χ.

Όταν περνάμε αυτόν τον ποιοτικό χρόνο που λέγεται ενασχόληση με το παιδί, οι επιλογές στενεύουν έως χάνονται. Το πολύ πολύ να αφαιρεθώ για κάποια λεπτά κοιτώντας έξω από το παράθυρο, να περπατήσω πάνω κάτω για να αποφορτιστώ από τις σκέψεις ή τα νεύρα που μπορεί να έχω τη δεδομένη μέρα. Είναι όμως λίγο πιο περίπλοκο τις φορές εκείνες που η αιτία της δυσθυμίας μου δεν είναι κανένας άλλος παρά εκείνη. Που αν δεν με έχει φέρει στα όρια μου, τουλάχιστον τα δοκιμάζει. Η αλήθεια είναι ότι έχω καταλάβει ότι τις περισσότερες φορές οι άσχημες αντιδράσεις της, η ανυπακοή, η γκρίνια, η τσατίλα ,έχουν επαρκώς δικαιολογημένη αιτία χωρίς να κατατάσσονται ξεπεταγμένα στα καπρίτσια. Δηλαδή όταν καταλαγιάσει η καταιγίδα πιάνω τον εαυτό μου να την δικαιολογώ και να την συναισθάνομαι με τρόπο που με φορτώνει ενοχές.

Αυτές οι άτιμες ενοχές διπλασιάζονται και εκτοξεύονται περνώντας τον πήχη του, πως θα ήθελα να συμπεριφέρομαι στο παιδί μου για να της αξίζω, τόσο πολύ που με κάνουν έξαλλη με την έλλειψη αυτοσυγκράτησης μου. Αν φωνάζω; Διαλύομαι και επανασυναρμολογούμαι κάθε φόρα που το κάνω. Όταν εκείνη κοιμάται, πόσες φορές είπα πως θα γίνω πιο εγκρατής. Είναι ένα θέμα που προσπαθώ να το δουλέψω. Να ορίστε και οι λέξεις προσπαθώ, δουλεύω…δεν μπορώ να βρω ηπιότερες για να περιγράψω αυτό που κάνω εκείνες τις ώρες. Λέω δεν θα το ξανακάνω, σαν να με μαλώνει η μαμά που θέλω να είμαι. Και μάλιστα το έχω καταφέρει να μην με πάρει από κάτω και να μη μου γίνει συνήθεια, γιατί πήγα να πέσω σε αυτή τη λούμπα ένα διάστημα που είχε σηκώσει για τα καλά μπαϊράκι επανάστασης η μικρή και που είχε βρει το κουμπί μου. Και άντε φώναξες, αυτομαστιγώθηκες, πέρασε και έφυγε και εκλιπαρείς να μη το θυμάται να συνεχίσει να σε αγαπά το ίδιο, να μην έπεσες από τα μάτια της. Και υπάρχουν αυτές οι μικρές στιγμές που της λες «πες μου ότι μ’αγαπάς» και εκείνη με χαμόγελο σου λέει «σ’αγαπώ μαμά μου» και εσύ επιμένεις για να καλύψεις τις ανασφάλειες σου «ακόμα και μετά από αυτό;» «ναι μαμά» και λες ουφ εντάξει το γλιτώσαμε το τραύμα. Πόσο συγχωρητικά είναι τα παιδιά.

Έρχεται όμως και εκείνη η ανταριασμένη μέρα που σε έχει βγάλει νοκ άουτ γιατί δεν θέλει κανέναν άλλον εκτός από εσένα, με τα χέρια της σαν βεντούζες χταποδιού δε σε αφήνει γιατί είναι εκείνη η μέρα που δεν θέλει ούτε καν τον μπαμπά της, θέλει εσύ να την πάς να κατουρήσει, εσύ να την πάς βόλτα, εσύ να παίξεις με τις Barbie, εσύ να την ξεντύσεις, εσύ να τη σκουπίσεις το μόνο που δε σου ζητάει είναι να της μασήσεις το φαγητό εσύ με τα δικά σου δοντάκια.

Τότε, και ξέρεις ακολουθεί δημόσια διαπόμπευση, ντύνεσαι και της λες θα φύγω. Οι φωτεινές επιγραφές από τα dont’s όλων των ψυχολόγων που έχεις διαβάσει αναβοσβήνουν με μανία!

Όπου θα φύγω εννοείς εσύ με το μυαλό σου «θέλω να πάω μια βόλτα ΤΩΡΑ» ακόμα και μέχρι το διπλανό τετράγωνο με το γιαπί. Εκείνη καταλαβαίνει ότι την εγκαταλείπεις. Για πάντα. Σε λίγο το παιδί κλαίει περισσότερο και να σου λέει μη φύγεις μαμά και θέλεις να εξαϋλωθείς, να λες από μέσα σου βρε μέχρι την κουζίνα θα πάω,  για να κάτσει επιτέλους και λίγο με αυτόν τον φτυσμένο μπαμπά που όλη μέρα σήμερα ούτε ο παιδίατρος να ήταν με το εμβόλιο στο χέρι. Σκίζεται η καρδιά σου που την βλέπεις με το δάκρυ κορόμηλο, αλλά σκέφτεσαι ότι αν δεν απομακρυνθείς από το σκηνικό τρόμου, who knows what… Και ναι υπάρχει και το πλαν μπι να πεις με ωραίο τρόπο ότι θα πας μέχρι το περίπτερο για λίγο και ότι πολύ γρήγορα θα είσαι πίσω, αλλά εκείνη την ώρα πίστεψέ με, το πλαν μπι είχε πάει περίπατο από την ώρα που ούρλιαζε γιατί το πιάτο της δεν ήταν το πορτοκαλί αλλά το άσπρο, μια τρίχα πετάριζε στα βλέφαρα και δεν της είχες πιάσει καλά τα μαλλιά ούτε την 32η φορά, δεν είχες καταφέρει να κάνεις τίποτε άλλο πέρα από το να την φροντίζεις από το πρωί και δεν είχες καταφέρει να κάνεις τελικά τίποτα σωστά. Έτσι πιστεύεις. Και φυσικά η μυρωδιά και μόνο του μπαμπά της έφερνε αναγούλα. Δεν έχω φτάσει ακόμα σε επίπεδα ζεν, όσο κι αν μέτρησα από μέσα μου μέχρι το 100 δεν έπιασε, και τέλος πάντων ελπίζω να βρω τους μηχανισμούς που θα με κάνουν σε τέτοιες καταστάσεις λιγότερο χύτρα με ρεβύθια που σφυρίζει λίγο πριν την ανατίναξη αλλά όχι και ζελεδάκι που περιμένει στωικά και με απάθεια μέσα στην καλοκαιρινή ραστώνη. Πάμε πίσω στη στιγμή που τελικά δεν έφυγα. Ξεθύμανα για λίγο στην κουζίνα, την πήρα αγκαλιά-φιλιά-συγνώμη-δάκρυα-πως-μπόρεσα  και από εκείνη τη στιγμή ξεκίνησε ο Γολγοθάς της τύψης του καύτε με καλύτερα, τι άνθρωπος είμαι εγώ, τι θα γίνει το παιδί μου που θα το θυμάται αυτό για πάντα και άλλα πιο χαρντ κορ. Έτσι είναι, δεν χρυσώνω το χάπι, ούτε τα λέω για να νιώσω καλύτερα. Ήταν λάθος. Απλά απόψε το βράδυ ένιωσα ακόμα χειρότερα. Γιατί η Χ. εκτός από τέρας μνήμης σε όλα τα επίπεδα, όταν κάπου αποκλίνω από την καθημερινή μου συμπεριφορά, πληγώνεται σφόδρα και δεν ξεχνά. Πριν κοιμηθεί ζουζουνίζουμε αγκαλιά, της λέω, πόσο τυχερή είμαι που την έχω, πόσο την λατρεύω, πόσο χαίρομαι που είναι το παιδί μου, έχει περάσει μια εβδομάδα από το περιστατικό, μούγκα κανείς δεν είπε τίποτα γι αυτό από τότε, και εκείνη απαντά «μαμά τρελαίνομαι για σένα, είσαι η πιο ωραία μανουλία του κόσμου» συνεχίζω εγώ «πόσο υπέροχο παιδί είσαι ο,τι κι αν κάνεις σ’αγαπώ, ο,τι κι αν κάνεις..» και αποστομώνει «τότε μαμά…γιατί μου είπες ότι θα φύγεις την άλλη φορά;»

Όσα συγνώμη και αν είχα πει, ακόμα ένα σήμερα με την ελπίδα να μην το πίστεψε ποτέ ότι θα έφευγα.

Advertisements