Χθες το μεσημέρι δεν είχα τα κέφια μου, δεν ήθελα τίποτα, δεν μιλιόμουν, λίγο από όλα. Κάπου ξεσπάει πάντα αυτό, έτυχε να είναι ο μπαμπά μου ο κυματοθραύστης. Κάτι μου έλεγε για μια ταινία, δεν του απαντούσα, θύμωσε, θύμωσα κι εγώ, ξαφνιάστηκα γιατί δεν μας τυχαίνει. Δεν ξαναμιλήσαμε μέσα στη μέρα.

Χθες το απόγευμα ο μπαμπάς μου πήγε στην διπλανή πόλη με το αυτοκίνητο.

 Στις 2 το βράδυ χτύπησε το κινητό μου.

Ήταν ίδιος και μου έλεγε ότι χτύπησε με το αυτοκίνητο. Μέσα στα σκοτάδια, ξαφνικά αντιλήφθηκε ότι πηγαίνει ολοταχώς επάνω σε μια κολόνα μιας νησίδας που μόλις είχε φανεί. Έστριψε το τιμόνι αλλά είχε ανέβει ήδη το πεζοδρόμιο. Ξύστηκε όλη η αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου και εκεί κάπου ήταν σίγουρος ότι το αυτοκίνητο θα ντελαπάρει. Όμως κατέληξε σχεδόν γλυκά, δεξιά στο πεζοδρόμιο. Για μερικά εκατοστά, απέφυγε την μετωπική σύγκρουση. Δεν υπήρχε καμία σήμανση, κανένα φως…

Είναι ο καλύτερος οδηγός που ξέρω.

Όταν γύρισε σπίτι μου είπε με χαμόγελο «Δόξα τω Θεώ, είμαι καλά, μια περιπέτεια ήταν, θα μπορούσα να είχα σκοτωθεί, αλλά όλα καλά και σκεφτόμουν ότι είχαμε παρεξηγηθεί, αυτό σκεφτόμουν, ότι έφυγα από το σπίτι και δεν τα είχαμε βρει…»

Ακόμα και εκείνες τις στιγμές, ο μπαμπάς μου εμένα είχε στο νου του.

Κι εγώ όμως, το ίδιο σκέφτηκα μόλις είδα το όνομα του στο κινητό να αναβοσβήνει, ότι δεν είχαμε μιλήσει πριν φύγει. Κράτησα την ανάσα μου, πότε πρόλαβε το στόμα μου να στεγνώσει; και περίμενα να ακούσω την δικιά του φωνή.

Να αγαπιόμαστε περισσότερο, περισσότερες φορές, περισσότερες στιγμές, περισσότερο μέσα στη μέρα… και να συγχωρούμε.

Advertisements