Ετικέτες

,

Διανύουμε τις μετά Πάσχα μέρες, τώρα που έκατσε ο απόηχος του κατσικιού μαζί με τα πέριξ, τα αυγά φαγώθηκαν ενώ άλλα μένουν τσουγκρισμένα ή καλογυαλισμένα στην γαβάθα του τραπεζιού. Το μετά είναι κάποιες φορές «ανυπόφορο», είναι οι στιγμές που το χρώμα τους είναι νωπό ακόμα και άμα το πιάσεις μπορεί να «κολλήσεις», είναι οι στιγμές που ίσα που έχουν προλάβει να γίνουν αναμνήσεις. Από όλες αυτές διαλέγεις ασυνείδητα ποιες θα θυμάσαι. Για όλες τις υπόλοιπες υπάρχουν οι φωτογραφίες που πλέον τείνουν να στοιχειώσουν και τις πιο όμορφες από αυτές, γιατί καμιά φορά η αποτύπωση τους σημαίνει αυτόματα και την ρεαλιστική «λήθη», την περίπτωση να χάσεις το «τώρα». Στη φωτογραφία εξάλλου, παραφράζοντας τα λόγια του Walter Benjamin, ο οποίος αναφέρεται στην απουσία της αύρας κατά την αναπαραγωγή μέσω τεχνικών μέσων (φωτογραφία, σινεμά) αυθεντικών έργων τέχνης, «χάνεται» η αύρα, η αυθεντικότητα, η στιγμή, υπάρχει απόσταση από την πραγματικότητα.
Το κυριότερο πάντως, είναι ότι περάσαμε ένα Πάσχα χαρούμενο, ήταν η πρώτη Ανάσταση της Χριστίνας, ήταν εκεί , παρούσα και ξυπνητή, με μια ανείπωτη χαρά όταν άρχισε να χτυπάει η καμπάνα και όλοι ανταλλάσσαμε φιλιά. Πειραματιστήκαμε με τα αυγά και είναι εκείνη αλλά και εμείς περήφανοι για τους χρωματικούς συνδυασμούς της Χριστίνας στα ΔΙΚΑ της αυγά, πολύ περήφανη, μπορεί να τα κρατήσει σα θησαυρό κάτω από το κρεβάτι της. Μαζευτήκαμε όλοι μαζί στην αυλή και τσικνίσαμε όλη τη γειτονιά και κάπου εκεί μπερδευτήκαμε γιατί ήταν φέτος λες και το Πάσχα έπεφτε 15αυγουστο. Μετά από όλες αυτές τις μυρωδιές και τις εικόνες ξαναμπήκαμε στους ρυθμούς μας.
Αυτές τις μέρες μου έχει έρθει έντονα η επιθυμία να το ρίξω στο διάβασμα λογοτεχνικών βιβλίων. Το παθαίνω που και που γιατί είναι κάτι σαν σύνδρομο, έρχεται σαν κύμα και αφού καταλαγιάσει, κάνω μια παύση. Κυρίως μου συμβαίνει τους χειμωνιάτικους μήνες. Όσο και αν έχω προσπαθήσει να διαβάσω στην παραλία, εις μάτην. Πασαλείβω με τα αντηλιακά τις σελίδες, εκνευρίζομαι με την άμμο που εκτός από την πετσέτα και το μαγιό αραδιάζεται σε όλο το βιβλίο, ο ήλιος με τυφλώνει, η πετσέτα δεν με βολεύει, το μόνο που σκέφτομαι μετά από δυο σειρές ανάγνωσης είναι πότε θα βουτήξω ξανά στη θάλασσα και πάει περίπατο η όλη προσπάθεια. Οπότε για μένα βιβλίο και θάλασσα δεν πάνε μαζί.
Ξεκινήσαμε χθες για την αγορά με τη Χριστίνα. Εκείνη ήθελε να αγοράσει ένα σαπουνάκι λαγό και εγώ σκεφτόμουν μα πως του ήρθε του μπαμπά της να της πει ότι αυτή η λιωμένη και παραμορφωμένη μάζα σαπουνιού στο μπάνιο ήταν κάποτε λαγουδάκι που του έφυγαν τα αυτιά και της υποσχέθηκε ότι θα της πάρουμε άλλο. Μάλλον ήταν η καλύτερη ιδέα όταν στο παρα τσακ γλιτώσαμε το μπουρίνι για τα σαπούνια που θές δε θες λιώνουν. Γιατί η αδυναμία της για αυτά ξεπερνάει κάθε φαντασία. Μένουμε στο σπίτι εμείς και τα σαπούνια.
Μόνο σε θαύμα μπορώ να αποδώσω τη στιγμή που στη βιτρίνα ενός μαγαζιού με αρώματα είδαμε ένα λαγουδάκι σαπούνι και το κράτησε σφιχτά στα χεράκια της σε όλη την βόλτα μας. Τόσο που ήμουν σίγουρη ότι όταν γυρνούσαμε σπίτι θα είχε μείνει μόνο η μυρωδιά του στα ρούχα και τα μαλλιά της.
Στο βιβλιοπωλείο η Χριστίνα άρχισε να νυστάζει και θυμήθηκε οτι πεινάει. Συνδυασμός απορριπτικός για κάθε είδους, διεκπεραίωση, αναψυχή, συναλλαγή κ.α. Ήθελε αγκαλιά, ήθελα να φύγουμε, δεν έβρισκε καθόλου διασκεδαστικό το γεγονός ότι η μαμά της σαν χάνος κοιτούσε τις προθήκες και δεν της έδινε τόσο σημασία, «Μαμά με αποφεύγεις» είπε και ενέδωσα περνώντας την υπόλοιπη ώρα αγκαλιά. Επίσης την έπιασε το σύνδρομο της βιβλιοθήκης. Σύμφωνα με αυτό το σύνδρομο, δεν θέλουμε να αγοράσουμε κανένα βιβλίο. Τα βιβλία είναι για να επιστρέφονται. Άβυσσος.
Αυτό που έμαθα από το χθεσινό απόγευμα είναι α)ποτέ δεν θα ξαναπάω στο βιβλιοπωλείο χωρίς να έχω προαποφασίσει τι θέλω να αγοράσω (πολύ φιλότιμες και μες στην ευγένεια οι προσπάθειες τις κοπέλας να με βοηθήσει αλλά δεν απέδωσαν καρπούς) β) θα έχω τσεκάρει 12 φορές παραπάνω αν η Χριστίνα μπορεί να αντέξει μια τέτοια έξοδο, δηλαδή αν αντέχει το σώμα, γιατί η ψυχή λέει πάντα ναι.
Έτσι επέλεξα safe και ακολούθησα την πεπατημένη διαλέγοντας αυτό.

bookΤον είχα ξαναδιαβάσει τον Murakami, μου είχε αρέσει πολύ και χθες βράδυ άνοιξα το 1Q84 και το ξαναέκλεισα στην σελίδα 64. Πώς καταφέρνουν μερικοί συγγραφείς να σε παίρνουν τόσο μαζί τους, να μη μπορεί τίποτα να αποσπάσει την προσοχή σου, σαν να μπαίνεις σε μια μαύρη τρύπα και να φτάνεις σε ένα παράλληλο σύμπαν. Στην αντίπερα όχθη, πως υπάρχουν βιβλία στα οποία είσαι κολλημένος μία ώρα στην ίδια σελίδα και παραιτούμενος των προσπαθειών, το εγκαταλείπεις άδοξα στο ράφι. Είναι αυτά τα βιβλία φαντάσματα που σε κατατρέχουν, ειδικά αν η πένα προέρχεται από φημισμένο συγγραφέα, ή αν αποτελούν must read και κυρίως αν κατατάσσονται στα καλώς ή κακώς εννοούμενα κουλτουριάρικα. Αποφεύγω τις κριτικές. Θεωρώ την εμπειρία της τέχνης καθαρά και αποκλειστικά υποκειμενική. Το τι αρέσει στον καθένα από εμάς είναι μια συνιστώσα τόσων παραγόντων που κάνει το γούστο μας ολοκληρωτικά μοναδικό.
Και μια που πιάσαμε τις τέχνες, σήμερα το απόγευμα ξαναείδα, αυτή τη φορά με τη Χ. την ταινία Babies (2010) την οποία είχα σπεύσει να δω με το που έμαθα για αυτήν. Η ταινία ακολουθεί την ζωή τεσσάρων παιδιών από τη γέννηση τους μέχρι να γίνουν ενός έτους. Της Ponijao από την Ναμίμπια, της Mari από την Ιαπωνία, του Bayar από τη Μογγολία και τέλος της Hattie από την Καλιφόρνια. Είναι πραγματικά συγκλονιστικό το πόσο ίδιοι είμαστε όλοι τον πρώτο καιρό που υπάρχουμε μέσα σε αυτόν τον κόσμο αλλά ταυτόχρονα το πόσο διαφορετικά μεγαλώνουμε. Βλέπεις την Ponijao να δοκιμάζει ο,τι βρίσκει από το χώμα, να την καθαρίζει η μητέρα της με το σάλιο της και να ζει αυτό που εμείς αποκαλούμε πρωτόγονη ζωή και ωστόσο να είναι χαρούμενη, σχεδόν απαλλαγμένη, ελεύθερη. Δεν θα μπω στη διαδικασία να μιλήσω για όλα τα υπόλοιπα που καθιστούν την καθημερινή ζωή αυτών των παιδιών, γεμάτη από έλλειψεις ζωτικής σημασία πολλές φορές και που μαστίζουν την Αφρικανική Ήπειρο γιατί το θέμα του εν λόγω ντοκιμαντέρ είναι διαφορετικό. Η ταινία χωρίς λόγια δίνει αμέτρητες αφορμές για συζήτηση. Η σκηνή πάντως που εντυπωσίασε τη Χ είναι όταν ο Bayar ενώ ξαπλώνει στο κρεβάτι όντας μόνος του στο δωμάτιο, γύρω από το κεφάλι του φέρνει βόλτες ένας κόκορας. «Πού είναι η μαμά του και γιατί ο κόκορας είναι πάνω στο κρεβάτι;» αναφώνησε. Χάρηκα γιατί κατάλαβε ότι ήταν κόκορας.

Advertisements