Ετικέτες

butterfly

Μ.Πέμπτη, ώρα 7.30.

Ξύπνησε σχεδόν κακόκεφος. Πάλι έτριζε τα δόντια τη νύχτα. Το σαγόνι του πονούσε. Πλύθηκε, ντύθηκε, πήρε την τσάντα, έχωσε μέσα το κινητό και κατευθύνθηκε βιαστικός προς την κουζίνα. Άνοιξε το ψυγείο. «Άδειο», σκέφτηκε. Πήρε μια φρυγανιά, άλειψε λίγο βούτυρο και τότε θυμήθηκε ότι η γυναίκα του νήστευε. Γρύλισε μουρμουρίζοντας ακατάληπτα κάτω από τα δόντια. Και εκείνος τι έφταιγε; Άφησε το τραπέζι γεμάτο ψίχουλα, πέταξε ένα ‘γεια’ στη φιγούρα που είδε να ξεπροβάλει από το μπάνιο, μέσα από τα μισόκλειστα χείλη του και έκλεισε με δύναμη την εξώπορτα. Ένιωσε τα φρύδια του τσιτωμένα να έχουν κατέβει προς τα βλέφαρα. Ο ήλιος -έκανε φριχτή ζέστη για άνοιξη- πετάριζε στο παρμπρίζ, είχε αρχίσει ήδη να ιδρώνει μέσα στο αυτοκίνητο.

Σκατομέρα, σκέφτηκε. Βγήκε στον κεντρικό. Βρίσκοντας κίνηση αποφάσισε να μπει σε έναν παράδρομο. Χωρίς δεύτερη σκέψη, έστριψε το τιμόνι απότομα δεξιά. Κορνάρισμα δυνατό τον έκανε να τιναχτεί και να πατήσει πιο δυνατά το γκάζι χωρίς να κοιτάξει καν πίσω του.

Κοίτα τον πως βγήκε μπροστά μου;; Αυτό δίπλα στο τιμόνι είναι το φλας ρε ηλίθιε. Μάθε να το χρησιμοποιείς! Μετά πέφτεις από πίσω του και φταις εσύ. Ρε κοιτά κάτι μαλάκες πρωινιάτικα.

Πήρε μια βαθιά ανάσα και συνέχισε πατικώνοντας το γκάζι προσπαθώντας να ξεχάσει ότι παραλίγο θα είχε κολλήσει σαν μυγάκι στο πορτ-μπαγκαζ αυτού του αλήτη. Έφτασε στο γραφείο λίγα λεπτά καθυστερημένος. Παρκινγκ ούτε για δείγμα. Με πρώτη-δευτέρα έκανε το γύρω του τετραγώνου 4 φορές. Τελικά αποφάσισε να το δώσει στο κοντινότερο χώρο στάθμευσης με το αζημίωτο «Τρίτη φορά μέσα σε έναν μήνα…». Βρόντηξε την πόρτα του χόντα και άρχισε να περπατάει με γοργό βήμα.

09.00

Στο τμήμα του επικρατούσε πανικός. Κόσμος φώναζε, ουρές μπροστά του ατελείωτες λες και ετοίμαζαν πολιορκία.

Μια γυναίκα πλησίασε το γκισέ. Είχε έρθει η σειρά της.

«Καλά μόνο δύο ταμεία λειτουργούν σήμερα;»

Δεν την κοίταξε καν, άρπαξε τα χαρτιά της και συνέχισε τη δουλειά του με σπασμωδικές κινήσεις.

«Σας απηύθυνα το λόγο» Μόνο δύο ταμεία λειτουργ….»

«Αμα δε σ’αρέσει έλα αύριο! Αι σιχτίρ που την ακούω εγώ, λες κι εγώ πήρα άδεια! Εγώ είμαι στο πόστο μου κυρά μου! Τράβα πες τα στον διευθυντή!»

Η γυναίκα ξεροκατάπιε αλλά συνέχισε να τον κοιτάζει πετώντας σπίθες. Πήρε τα χαρτιά και βγήκε από την υπηρεσία εμφανώς εκνευρισμένη.

Μπήκε στο πρώτο σουπερ μαρκετ που βρήκε μπροστά της. Από την έξαψη της ξέχασε να πάρει καρότσι. Έπρεπε οπωσδήποτε να αγοράσει βαφή για τα αυγά και υλικά για τα τσουρέκια. «Τι το θελα να το αφήσω τελευταία στιγμή» αναστέναξε. Από τον εκνευρισμό της έσπρωξε μια γιαγιά που περίμενε να ζυγίσει τα κολοκυθάκια της και πήγε στο ταμείο. Τα χέρια της είχαν πιαστεί και τα πράγματα κόντευαν να κατρακυλήσουν από την αγκαλιά της. «Ούτε ένας δεν με βλέπει να μου δώσει τη σειρά του!» σκέφτηκε αλλά αποφάσισε να μην μιλήσει. Περίμενε κουνώντας το πόδι της ρυθμικά στα πλακάκια.

14.00

«Ξύπνησες αγόρι μου; Έλα να σου κάνω πρωινό. Έχει..»

«Άσε μας ρε μάνα ακόμα δεν άνοιξα τα μάτια μου.. τι βρωμάει έτσι;»

«Ε, όχι και βρωμάει! Τσουρέκια κάνω παιδί μου..»

«Βρωμάει! Τα σιχαίνομαι κάνεις λες και δεν το ξέρεις!»

«Πάντα αχάριστος, εγώ φταίω που δεν έμοιασα στον πατέρα σου να μη με νοιάζει τίπ…»

Η πόρτα του δωματίου του μετά απο μια κίνηση που τράνταξε τους σοβάδες του τοίχου δίπλα της, έκλεισε πεισματικά.

Φόρεσε τα Mp3 στα αυτιά του και έβαλε στο τέρμα Muse, το κινητό του άρχισε να βαράει, δεν το άκουγε. Μετά από μισή ώρα, κατέβασε τα ακουστικά και είδε τις κλήσεις και τα μηνύματα. Πήρε πίσω.

«Έλα..τι εννοείς σε έχω γραμμένη;;; …Όχου όρεξη έχεις κι εσύ;… Δεν φτάνει που έχω τη μάνα μου και τα κολλήματα της, τώρα μου την πέφτεις κι εσύ!… Όχι δεν έχω όρεξη για καφέ!»

Το κορίτσι έμεινε με το κινητό στα χέρια ρουθουνίζοντας με τις  παλάμες της  μούσκεμα. Προσπάθησε να συγκρατηθεί, αλλά το γαμημένο δάκρυ κύλησε, «για αυτό το ρεμάλι, ούτε δάκρυ ρε!» σκουπίστηκε και ανέβηκε τις σκάλες για τον πρώτο όροφο.

Χώθηκε κάτω από τα σκεπάσματα του κρεβατιού και κοιμήθηκε αμέσως.

18.00

 Όταν ξύπνησε άκουσε την τηλεόραση να παίζει στη διαπασών  διαφημίσεις.

«Καλά δεν ήξερες ότι κοιμάμαι;»

«Συγνώμη δεν ήθελα…»

«Ναι καλά, πες ότι το έκανες επίτηδες!»

«Τι επίτηδες κορίτσι μου είσαι με τα καλά σου; Πάλι μαλώσατε;»

«Το τι κάνω στη ζωή μου είναι δικός μου λογαριασμός, κοίτα πρώτα τη δικιά σου που την έχεις κάνει σκατά»

Μια αδιόρατη μυρωδιά από τσουρέκια μύριζε στο μπαλκόνι, κόσμος περνούσε φορώντας τα καλά του πηγαίνοντας στην εκκλησία για την αποψινή λειτουργία των Ευαγγελίων. Φαινόταν ο τρούλος από το μπαλκόνι με τη φωλιά των πελαργών.

Άναψε το τσιγάρο και τον πήρε τηλέφωνο. «Που είσαι;…τι ώρα θα τελειώσεις;… τι εννοείς με πήρες και δεν το σήκωσα …Που να πήγα; Όλο το απόγευμα εδώ μέσα είμαι και περιμένω να με πάρεις τηλέφωνο…καλά πάλι τα ίδια; Με τον μπαμπά της έχουμε να μιλήσουμε από τα Χριστούγεννα, στο έχω πει εκατό φορές….τελοσπάντων είμαι που είμαι σαλταρισμένη με τη μικρή μην ακούω και αηδίες…μηπως δεν θέλεις να έρθεις και τα φορτώνεις σε μένα;…τέλοσπάντων…καλά…στις 20.30…κάνε αναπάντητη…» Οι στάχτες από το τσιγάρο είχαν γεμίσει το φουστάνι της.

Φόρεσε τις γόβες τις, πήρε τα κλειδιά του σπιτιού και στις 20.29 πατούσε ήδη το κουμπί του ανσανσέρ.

Στις 20.48 η αναπάντητη την βρήκε να καπνίζει ήδη το δεύτερο τσιγάρο. Σηκώθηκε από το πεζούλι, σκούπισε τη φούστα της και μπήκε στο ασημί άουντι.

«Πού πάμε;”

«’Oπου θες δε με νοιάζει, έτσι κι αλλιώς τέτοια ώρα που ήρθες…»

«Γιατί; Άργησα μωρό μου;”

«Ε, όχι δεν άργησες απλά από χόμπι κάθομαι στις πυλωτές πολυκατοικιών και πετάω τις γόπες από τα τσιγάρα μου στον ακάλυπτο…»

«Έλα τώρα γιατί είσαι έτσι;”

«Γιατί η κατάσταση στο σπίτι μου είναι χάλια με τη μικρή να είναι συνέχεια μέσα στα νεύρα και εσύ να είσαι μονίμως απών, συν του ότι δεν έχω ιδέα που θα μας βγάλει όλο αυτό…»

«Μπορείς να μη φωνάζεις σε παρακαλώ; Μην κάνεις σκηνή πάλι, βαρέθηκα! Θα σταματήσω εδώ να ηρεμήσεις …»

«Όχι, να σου πω κάτι. Δεν θέλω να ηρεμώσω…καλύτερα πήγαινε με πίσω, έτσι κι αλλιώς δύο λεπτά οδηγείς» είπε και μια φλέβα της διαγράφηκε στο λαιμό έτοιμη να σπάσει τα δεσμά του δέρματος…

«Δηλαδή τσάμπα κουβαλήθηκα τόσο δρόμο ως εδώ;”

«Ναι, δεν πειράζει κάνε κάτι και για μένα επιτέλους!!!»

Έκανε επιτόπου αναστροφή σπινιάροντας στην άσφαλτο και σε δύο λεπτά την άφησε εκεί από όπου πριν δέκα λεπτά την είχε πάρει.

21.37

Στην άλλη άκρη της πόλης.

Με ένα σχεδόν θολωμένο μυαλό, μια μούντζα και αρκετά αγνοημένα κόκκινα φανάρια στο διάβα του, έβαζε τα κλειδιά στην εξώπορτα του σπιτιού.

«Δίνε του, Σούζυ!» είπε στην γάτα που μπλέχτηκε στα πόδια του.

Εκείνη εμφανίστηκε από το σαλόνι σέρνοντας τις παντόφλες μοιάζοντας η ίδια σαν γάτα έτοιμη να χιμήξει

 «Τι έγινε το ραντεβού με τους μετόχους; Τώρα τα meetings κρατάνε μόνο μια ώρα; Από πότε;; Μυρίζεις και τσιγάρο, πότε πρόλαβες μωρέ; Σε καταγώγι σε έσερνε;…»

«Μη μιλάς, σε παρακαλώ!»

«Μπα γιατί τι θα γίνει αν συνεχίσω;»

«Σου είπα άσε με ήσυχο και μη μου τα πρήζεις κι εσύ!»

«Κι εγώ;;; Ποια άλλη είχε την τιμή; Ρε αι πήγαινε από εδώ που θα μου πεις αν θα σε πρήζω κι όλας, που σε λίγο τα Χριστούγεννα θα κάνω τον Ρούντολφ για τα παιδιά με τόσο κέρατο που μου έχεις ρίξ…»

Και τότε η θεσπέσια πορσελάνινη bone china πιατέλα, δώρο γάμου, από τη θεία από το Κάλγκαρι, που κοσμούσε την κεντρική τραπεζαρία εκσφενδονίστηκε από τα χέρια του και προσγειώθηκε στον τοίχο που χώριζε τα δυο διαμερίσματα.

Ήξερε την αδυναμία της στη θεία και στην πιατέλα.

Αυτό που δεν ήξερε ήταν ότι το μωρό του διπλανού διαμερίσματος μόλις είχε παραδοθεί στα χέρια του Μορφέα και είχε και εκείνο μια ιδιαίτερη αδυναμία στις πιατέλες, τις σπασμένες, και μάλιστα αυτές που καταλήγουν στον τοίχο που ακουμπά η κούνια του και αποκτούν τις διαστάσεις χειροβομβίδας στα αγνά και άδολα αυτάκια του.

Το πώς να ξυπνήσεις ένα μωρό δεν είναι τέχνη. Γίνεται ακαριαία, μπορεί να συμβεί στον οποιοδήποτε, μπορείς να το κάνεις κι εσύ αν θέλεις! Όλοι μπορούνε!

Τώρα τι γεγονότα πυροδοτεί το να το ξυπνήσεις την ώρα που η μανούλα μόλις έχει απλώσει τα χεράκια της και το έχει εναποθέσει στα φρεσκοπλυμένα σεντόνια, μόνο μια άλλη ανάρτηση ανάλογης έκτασης μπορεί να διαλευκάνει…

Πι. S

Η Μεγάλη εβδομάδα αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα τερέν αντεγκλήσεων, εντάσεων και διαπληκτισμών σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του ελληνικού στερεώματος που περιμένει το Πάσχα. Για αυτό ας  είμεθα ‘ετοιμοπόλεμοι’ και εφοδιασμένοι με καλή προαίρεση κι ας είναι ο δρόμος τίγκα στην κίνηση, το κατσικάκι κακοψημένο, η θεία Ευθαλία μες τη μιζέρια και ας έχουν λυσσάξει τα παιδιά να παίζουν αλαλάζοντας σαν ούρουκχάιλες και δεν υπάρχει αύριο στις απανταχού γειτονιές.

Καλό Πάσχα και Καλή Ανάσταση σε όλους!

Advertisements