Ετικέτες

,

Καραμέλα

Οι μπαμπάδες είναι κατά τι παραμελημένοι. Η φωνή τους δεν ακούγεται από μυριάδες blogs όπως των μαμάδων και στο σπίτι φοριέται αδιακρίτως, το γνωστό «ρώτα τη μαμά σου» που παραμονεύει σε καθημερινές μικροκαθοδηγήσεις. Κι όμως δρουν καθοριστικά, τροφοδοτούν και επηρεάζουν τόσους τομείς στη ζωή ενός παιδιού που μόνο παραγκωνισμένοι δεν θα πρέπει να είναι. Εκτιμώ σκανδαλωδώς τον ρόλο του πατέρα. Ο δικός μας τις περισσότερες φορές παίζει με ευκολία το ρόλο του πυροσβέστη. Αν η μαμά έχει εξαντληθεί και τύχει ο μπαμπάς να είναι κοντά, είναι αυτός που με μαλακή φωνή θα προσπαθήσει να κατευνάσει τα πνεύματα και να οδηγήσει σε αποφόρτιση την τεταμένη ατμόσφαιρα. Επίσης είναι αυτός που έχει αρχίσει να μετατρέπεται σε teddy bear της Χριστίνας και ταυτοχρόνως σε σάκος του μποξ. Είναι αυτός που η κόρη του, του έδωσε ένα δίλεπτο προχθές και του είπε να πάει να αγοράσει μπέρτα γιατί είναι ο σούπερμαν. Άρα my dream came true, λέγετέ με επισήμως σουπεργκιρλ.Ούσα παιδούλα έχω ζήσει στο πετσί μου το Οιδιπόδειο και ελπίζω ότι έχω πάρει το μάστερ μου και προχώρησα σε μια φυσιολογική ζωή. Ο μπαμπάς μου ήταν φυσικά υπερήρωας, παντογνώστης, πρότυπο και κανένας δεν μπορούσε να συγκριθεί μαζί του. Οι πατεράδες είναι ίσως λιγότερο εμπλεκόμενοι στην όλη διαδικασία του μεγαλώματος και της ανατροφής ενός παιδιού. Ως φύσει αλλά ακόμα και θέσει. Ακούω απίστευτα αμέτρητες φορές τη λέξη μαμά, όποια ώρα της ημέρας, όποια στιγμή ακόμα και όταν ο μπαμπάς είναι παρών. Κρίμα κι άδικο για τον πατέρα που ξεροσταλιάζει και ακόμα πιο κρίμα όταν αποφασίζουν να γίνουν διαχυτικοί ο ένας με τον άλλον όταν η μανούλα δεν θέλει να κάτσει να πιεί καφέ, δεν θέλει να στρογγυλοκαθίσει στον υπολογιστή και δεν θέλει να κάνει μπάνιο, αλλά κάθεται σε μια γωνιά και τρώει τα νύχια της. Ήταν αυτός που τους πρώτους δύο μήνες την κοίμιζε μετά από μαραθώνιους θηλασμούς, κάτω από τον απορροφητήρα, αυτός που της τραγουδούσε όλα τα αλτερνατιβίντιροκ τραγούδια που του ερχόταν στο κεφάλι με τραγούδι κόλαφο εκείνη την εποχή, το «Σιωπή» του Παυλίδη, που και μόνο στο άκουσμα του πλέον είναι σαν να παίρνω τρία στεντον και να με βαράει η υπνηλία κατακούτελα. Χάρηκα, λοιπόν, σήμερα στην παιδική χαρά όταν είδα νεότατο πατέρα να έχει φέρει τα δύο του παιδιά να κάνουν τσουλήθρα. Δεν το συναντώ τόσο συχνά το θέαμα και όποτε συμβαίνει κάθομαι και κοιτάω σα χάνος για να δω πως φέρονται και «εκείνοι», οι μπαμπάδες ναι. Γουστάρω να παρατηρώ την μπαμπαδίστικη τρυφερότητα, το δέσιμο που έχουν με τις κόρες τους, το αλητήστικο που τους βγαίνει με τα αρσενικά τους. Γελάω και με τις γκάφες τους, αλλά ο αναμάρτητος πρώτος το λίθο βαλέτω… Είναι σαν να μου έχεις δώσει την κλειδαρότρυπα για να τρυπώσω ηδονοβλεπτικά στα άδυτα της πατρότητας. Το να «παίζεις μπάλα» όταν δε σε βλέπει η μαμά είναι σαν να κάνεις δίαιτα και να σηκώνεσαι να τρως τουλουμπάκια στις 3.00 το πρωί ενώ όλοι κοιμούνται. Θα μου πεις, λες να ανακάλυψαν τον τυφλοσούρτη του πως να μην κάνεις ποτέ λάθος και το know how της παιδικής ανατροφής και δεν μας το έχουν πει; Αλλά όπως και να χει, το να τον βλέπεις να παλεύει κι αυτός με τα θηρία έχει το ενδιαφέρον του.

Τώρα όμως για άλλο λόγο θα κάνω μνεία στον συγκεκριμένο μπαμπά. Γιατί μου θύμισε πως εκτός της βία που ασκείται σε ένα παιδί, πιέζοντας το να τα κάνει όλα γρήγορα, σωστά και στην «κατάλληλη» στιγμή, υπάρχει και η υπερπροστατευτικότητα που φέρνει εξίσου ανάποδα αποτελέσματα. Το αγοράκι του, γύρω στα 2 θέλει να κάνει την τσουλήθρα του ανάποδα. Μπρούμυτα. Να κάνει δηλαδή ο,τι βλέπει να κάνουν τα μεγαλύτερα παιδιά. Εκείνος πεισματικά το αποτρέπει. «Μην κάνεις έτσι τσουλήθρα είσαι μικρός», «Σου είπα μην κάνεις έτσι, θα σε τιμωρήσω», «Αν το ξανακάνεις θα φύγουμε», «Βάλε σωστά τα πόδια σου και κατέβα κανονικά». Αν είσαι αυτός ο μπαμπάς, είτε βάζεις σε λειτουργία τις απειλές σου και είσαι οκ με τον εαυτό σου και με τον ρόλο σου ως μπαμπάς και παίρνεις τον γιόκα παραμάσχαλα και φεύγεις, είτε τον κατεβάζεις από την τσουλήθρα και τον πας στην κούνια. Γιατί με το να απειλείς χωρίς να τηρείς τα όσα λες, κάνεις μια τρύπα στο νερό και το παιδί σε γράφει εκεί που δεν πιάνει μελάνι. Το αγοράκι συνεχίζει ακάθεκτο, ήσυχα ήσυχα να κάνει αυτό που τον κάνει να χαίρεται. Αφού μπορεί. Αφού δεν κινδυνεύει (αν και σαφώς αυτό δεν το ξέρει). Αφού δεν φοβάται. Αφού θέλει να μεγαλώσει, να πάει ένα βήμα παραπέρα.Βάζοντας του εμπόδιο ένας ενήλικας, ή θα το πεισμώσει να συνεχίσει ή θα το κάνει να τα παρατήσει, να χωθεί στο καβούκι του και να υπόκειται από εκεί και πέρα τις οδηγίες για το πώς να παραμείνει μετεξεταστέος με τις ευλογίες του.

Κοιτούσα και χαμογελούσα με τον τσαμπουκά του μικρού αγοριού. Χωρίς να φωνάζει ή να απαιτεί δικαιωματικά αυτό που ο χαρακτήρας του αγωνιζόταν να δείξει, επέμενε. Ξανά και ξανά.

Το αποτέλεσμα, μετά από ένα εικοσάλεπτο νταλαβεριού, ο μπαμπάς να αναφωνεί ξεφυσώντας σχεδόν απογοητευμένος. «Καλά, αφού μπορείς…»

Advertisements