Ετικέτες

Ναι, τώρα ψαρώσαμε ότι και καλά πήγες με αεροπλάνο στην Αθήνα, τριμελής οικογένεια αλερετουρ..

Όχι, όχι, επιλέξαμε την «οικονομική» λύση. Αυτοκινητάκι. Γιατί σου λέει άλλη χαρή να κάνεις επταωράκι και να πληρώνεις 54,30 σε διόδια συν τις βενζίνες. Πολύ γέλιο. Μετρήσαμε εννιά λεπτά απόσταση από διόδιο σε διόδιο έξω από τη Θεσσαλονίκη. Αφού κάποια στιγμή με έπιασε νευρικό γέλιο και νόμιζα ότι πηγαίναμε ταξίδι εμείς πακέτο με όλους τους υπαλλήλους.

Κατά τ’αλλα βέβαια τίποτα δε συγκρίνεται με τη χαρά του να έχεις το παιδί σου επτά ώρες σερί μαζί. Ναι, εφ’οσον δεν το έχεις πίσω από το κεφάλι σου. Για να μη στραβολαιμιάσεις λοιπόν αγαπητέ ταξιδιώτη καλό είναι την επόμενη φορά να έχεις μαζί σου τα χέρια του τιραμόλα, ή να μεταμορφωθείς στη θεά Κάλι οπότε να σου μένουν, δύο χέρια για οδήγηση, ένα για ψαχούλεμα τσαντικών παντός είδους και ένα για να πίνεις νερό ή καφέ αναλόγως με το πώς θες να λερωθείς καλύτερα.

Η σχέση της Χ με το αυτοκίνητο ήταν η χείριστη. Τις προάλλες που πήγαμε 30 χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι φώναζε «Σταματήστε το αυτοκίνητο. Θέλω να κατέβω. Ναι θα πάω με τα πόδια σπίτι!!!!». Οπότε, περίμενα τα χειρότερα, ήμουν προετοιμασμένη για πανικό, για αναστροφή, για το κοντινότερο αεροδρόμιο. Όμως, χρωστάω προτομή στον τύπο που έφτιαξε, σκέφτηκε, σχεδίασε, τι να πω δεν ξέρω, αυτά τα αυτοκόλλητα.

 DSC06688αυτοκόλλητα_2

Επτά ώρες, επτά ώρες το ξαναλέω, έπαιζε με αυτά. Που με αυτά ντύνεις δυο χάρτινες κούκλες. Είχα φορτώσει λάπτοπ, βιβλία, μαρκαδόρους, κούκλες, μαγνητάκια μέχρι και σκορ τέσσερα για να βάζει βγάζει τις πούλιες, τίποτα. Μόνο αυτά. Κάπου στο Μαρούσι μου λέει «Μαμά, δεν γκρινιάζω, αλλά πότε φτάνουμε», αλληλούια η μάνα.

Εννοείται πως μη σας ξεφύγει ότι είπα το παιδί μου επαρχιωτάκι στον μπαμπά της γιατί ως βέρος Χαλανδραίος μη ξεράσω,  μπορεί να βγάλει σπυριά σε όλο του το σώμα και άφθες γύρω από το στόμα. Ίσως και να αφρίσει.

Φτάσαμε το λοιπόν. Η Χριστίνα δεν άφησε εμπορικό για εμπορικό όρθιο. Όπου κυλιόμενες εκείνη από πίσω. Μα να μη σκεφτεί ένας άνθρωπος να βάλει κυλιόμενες σε παιδότοπους και παιδικές χαρές στις επαρχίες. Να ξέρει το παιδί, να είναι υποψιασμένο.

-Μαμά, μόνο στην Αθήνα έχει κυλιόμενες;

-Όχι και σε άλλα μέρη της Ελλάδας.

-Στη δικιά μας;

-Όχι.

Πρώτο χτύπημα κάτω από τη ζώνη.

Μετά ήρθε η κίνηση, τα αυτοκίνητα, η πολυκοσμία. Πρέπει να είχε το βλέμμα της αγελάδας στο Μοναστηράκι, πράγμα που καθόλου δεν την εμπόδισε να τσακίσει το παγωτογιάρτο της που φυσικά εδώ πάνω δεν το είχε δει ούτε με κιάλια, αφού εδώ εμείς ακόμα μπαίνουμε στον Ιανουάριο.

Και αν η ησυχία της Χριστίνας είχε ήδη διαταραχτεί και μάλλον έβλεπε όλη τη βαβούρα της Αθήνας σαν τρικυμία εν κρανίω, τότε το μετρό την αποτελείωσε. Δεν τη συζήτησε ποτέ την εμπειρία της. Δεν διαμαρτυρήθηκε, δεν μίλησε σχεδόν καθόλου. Απλά με το που ξεκίνησε άνοιξε τα μάτια διάπλατα και ξεροκατάπιε. Αλλά είχε κυλιόμενες. Οπότε χρυσώσαμε το χάπι.

Σοβαρά τώρα, το ταξίδι μας στην Αθήνα αποτέλεσε μάστερ για τη Χριστίνα. Είδε τόσα πολλά, ακόμα και αν δεν κάναμε κάτι εξαιρετικά ιδιαίτερο (ήταν να πάμε στο Αττικό Ζωολογικό Πάρκο αλλά μάλλον μεταφέραμε τη μουντίλα της Μακεδονίας στον νότο) αλλά ακόμα και αυτά που είδε στα μάτια της φάνταζαν κάτι ξεχωριστό. Δεδομένου ότι δεν έρχεται σε επαφή με πολύ κόσμο , στην Αθήνα είχε την ευκαιρία να δει συγγενείς και συγγενείς, σε σημείο που νόμιζα ότι τους ξεθάβανε επι τούτου ή μίσθωναν κασκαντερ για να έχει η Χριστίνα δώρα και χαρές. Περάσαμε οχτώ μέρες ζάχαρη. Κυριολεκτικά και μεταφορικά. Αν αναλογιστεί κανείς τα γλυκά που έφαγε από τα χεράκια της Πολίτισσας γιαγιάς της, της ανεκτικότατης (πιο ανεκτική πεθαίνεις) μαμάς της, και τα χεράκια όλων όσων για να κερδίσουν την εύνοια της τη μπούκωναν γλειφιτζούρια σαν να ήταν μαϊμού σε τσίρκο. Παράδεισος για τη Χ που θα μπορούσε να τρέφεται μόνο με γλυκά και σε λίγο μάλλον θα αρχίσει να χτυπάει ινσουλίνες.

Έπαιξε όσο δε πάει με τα ξαδέρφια της και τα σκυλιά τους. Με καινούρια παιχνίδια. Με φίλους, με τη νονά και το Ληδάκι, με τον άλλον νονό, με τους έτερους γιαγιά και παππού, γενικά δεν άφησε τίποτα όρθιο. Την πλάνεψε η ντόλτσε βίτα. Σε όσους μείναν «πίσω» δεν μίλησε ούτε για ένα λεπτό στο τηλέφωνο.

Αυτό όμως που ήταν το κλου της όλης καθόδου ήταν η ατάκα που δεν περίμενα να ακούσω όταν πήγα στην παλιά δουλειά μου και συνάντησα τα κορίτσια που δουλεύαμε μαζί πριν 3 χρόνια και ήταν η εξής

«Πολύ κοινωνική η κόρη σου»

Για λίγα δευτερόλεπτα, ξεχνώντας ότι έπαιζε κρυφτό από γραφείο σε γραφείο και μιλούσε ακόμα και στον σεκιούριτι, νόμιζα ότι μιλάνε για άλλο παιδί. Η Χ λόγω του τρίχρονου αυτοκόλλητου δεσμού μας, το είχε το θεματάκι της για λίγο καιρό με τον κόσμο που δεν είναι του σπιτιού (σπίτι εννοώ και τους πολύ κοντινούς συγγενείς). Δηλαδή, ερχόταν ο υδραυλικός σπίτι και σφάδαζε ρωτώντας με αναφιλητά αν θα κοιμηθεί σπίτι μας. Αυτό όμως με τον καιρό εξασθένησε, πήγαμε στο νορμάλ μούγκα απέναντι σε όσους δεν ξέρει, μετά στο άντε να πει καμιά λέξη, και τώρα αν της βρεις το κουμπί της, την έχεις κερδίσει με το καλημέρα. Αυτό που έχω καταλάβει βέβαια είναι ότι πρέπει να την πετύχεις και σε καλή φάση, τύπου, δεν πεινάω, δεν νυστάζω οπότε γίνομαι χαλί να με πατήσεις. Και το άκουσε η μάνα και αυτό και είπε χαλάλι τα λεφτά των διοδίων παιδί μου αν είναι να μου γίνεις έξω καρδιά.

Τις τελευταίες δύο νύχτες όμως, άρχισε η νοσταλγία να της χτυπά την πόρτα. Πότε θα πάμε στην άλλη γιαγιά, μου λείπει πολύ η γιαγιά και ο παππούς και άλλα τέτοια δακρύβρεχτα. Και γυρίσαμε πίσω. Φορτωμένη τριπλά από ότι κατεβήκαμε, αγκαζέ με ένα μπαλόνι που δεν αποχωριζόμασταν (σκέφτηκα προς στιγμήν να αφήσω την τσάντα με τα παπούτσια στην πεθερά μου, σε τέτοιο πανικό ήμασταν) και ο καλός Θεούλης εκεί στα διόδια που σταματήσαμε για να ξαναβολευτούμε το πήρε στον ουρανό και εμείς το χαιρετούσαμε με τη Χριστίνα να μας λέει ότι σίγουρα θα μας περιμένει στο σπίτι (αλήθεια την «έκανε» μόνο του).

μπαλόνι

Ο γυρισμός δεν ήταν τόσο ειδυλλιακός. Χρειάστηκε να χώσω αρκετές φορές το χέρι στην τσάντα, να την αφήσω να ζωγραφίσει το τεράστιο μπλοκ του Μίκυ, να βάλει αυτοκόλλητα στο παράθυρο, να μασήσει την τελευταία μπιγκ μπάμπολ (και εγώ μαζί της, τσιμπήσαμε συνήθεια τσίχλας στην Αθήνα), να πούμε όλα τα τραγουδάκια που ξέρει, να ρωτήσει 38 φορές πότε φτάνουμε. Έτσι είναι, η ανηφόρα είναι πάντα πιο δύσκολη.

Εκτός από την συνήθεια της τσίχλας και τα δώρα πανταχόθεν, η Χ έφερε μαζί της ένα «γαμώτο», που πάλι καλά το είπε μόνο μια φορά ως τώρα και κάτι τσιμπιές που τις κάνει όταν θέλει να σε αγκαλιάσει συνοδεία πνιχτών γέλιων. Ήρθε όμως και πιο, μεγάλη. Δεν μπορώ να το οριοθετήσω ή να το περιγράψω καλύτερα ειδικά σε κάποιον που δεν την ξέρει. Οχτώ μόνο μέρες άσκησαν απίστευτη επιρροή επάνω της. Κουράστηκε πάρα πολύ, ρίχναμε τρελούς ύπνους αγκαλιά και οι τρείς, είχε όλο το χρόνο να δει τον πατέρα της που της λείπει με τη δουλειά, ήταν αυτό που λέμε διακοπές για μας.

Αυτό το ταξίδι ήταν και ο λόγος που δεν θα μπορέσω να είμαι στις ψηφιακές γειτονιές (γιατί δεν μπορούσε να μεταφερθεί όσο αφορά τις ημερομηνίες) στις οποίες η αγαπημένη Άσπα μου έκανε τη μεγάλη τιμή να με καλέσει. Την ευχαριστώ και δημοσίως. Ξέρω ότι χάνω ένα event απίστευτο και ανυπομονώ να το ζήσω έστω και μέσα από διηγήσεις άλλων blogger.

Αλαλάζοντας έπεσε στην αγκαλιά γιαγιάς παππού, συζήτηση δεν κάνει για την Αθήνα, ψυλλιάζομαι γιατί νιώθει λίγο σαν τύψεις να τους πει τι ωραία ήταν μακριά σας κτλ, τα έχει αυτά τα συμπονιάρικα. Είναι μαγικό ότι παίζει με τα παιχνίδια της σαν να είναι η πρώτη φορά και ότι τις έλειψαν τόσο. Αν είχαμε και κυλιόμενες σίγουρα θα μπορούσε να το αντέξει για πάντα να μην ξαναπάμε (η Χριστίνα, όχι ο μπαμπάς της..)

Υστερόγραφο: Εκτός από το πόσο το Χαλάνδρι σφύζει από ζωή, που έχει αλλάξει άρδην από τότε που ζούσα εκεί, έχοντας πάρει τη μορφή νέου Γκαζιού (τείνει λίγο προς την υπερβολή όλη αυτή η ανάπτυξη, αλλά στους καιρούς που ζούμε, να φτύσουν στον κόρφο τους) θα γράψω αυτό που έκανε σε μένα την μεγαλύτερη εντύπωση στην Αθήνα μιας και είχα καιρό να κατέβω. Πόσα Pet Shops μπορεί να αντέξει αυτή η πόλη; (είχα σκυλιά, γατιά, σκίουρους, ψάρια, μην πέσετε να με φάτε τα αγαπώ, αλλά αλήθεια πόσα;;)

Advertisements