Ετικέτες

,

Παίρνει ένα βιβλίο μαγειρικής από το ράφι της βιβλιοθήκης. Το ανοίγει και αρχίζει να λιγουρεύεται. Ψέματα. Αυτό το κάνει ένας άνθρωπος με φυσιολογικές αντιδράσεις απέναντι στο φαγητό. Ξεφυλλίζει και ‘διαβάζει’ υλικά. Λάδι, αλάτι, πιπέρι, πατάτες, καρότα, λαχανοπιπεριά. Τι είναι η λαχανοπιπεριά Χριστίνα. Είναι η λαχανοπιπεριά. Σαν να λέμε, ψωμί. Κανείς δεν ξέρει τι γίνεται στο μέρος του εγκεφάλου της Χ που διαχειρίζεται τη γλώσσα. Το ίδιο απόγευμα παίρνει μια μεζούρα μέσα από τα ραφτικά (αυτό το κουτί απλά υπάρχει για να μου υπενθυμίζει την απέραντη άγνοια μου στα θέματα κοπτοραπτικής, είναι το κλασικό κουτί με τρία καρούλια κλωστή, brand new βελόνες, κέρματα και μια μεζούρα για παν ενδεχόμενο. Α! Τα ραφτικά άγνωστο γιατί ήταν ανοιχτά επάνω στο τραπέζι). Που την πας τη μεζούρα Χριστίνα; Πάω να μεζουριάσω κάτι κι έρχομαι. Έκτοτε δεν ξαναείδαμε τη μεζούρα.

Εντωμεταξύ, το πεζοδρόμιο «καταβροχίνεται» από τη βροχή, ο μπαμπάς «τσιγαρίζει» στο μπαλκόνι, η γιαγιά είναι «κουφέτο» όταν δεν ακούει και η μαμά βάζει «ενεγκλεσική» στα μούτρα κάθε μέρα.

Και καλά να λέει τα δικά της και να εφευρίσκει άλλα τόσα. Τι γίνεται όμως με τα νοήματα που οι λέξεις πυροδοτούν;

twilight-zone

Τον τελευταίο καιρό το μυαλουδάκι της έχει μπει στα σκοτεινά μονοπάτια. Μάλλον μυρίζομαι τον λόγο που ένα παιδί μες τα γέλια και το παιχνίδι, με μόνο της μέλημα πότε θα μπήξει τα χέρια της στα Play-doh και πότε θα φτιάξει πλεξούδες στην κούκλα της, χωρίς να έχει βιώσει απώλεια κοντινού της ανθρώπου, άρχισε να ρωτάει ξανά και ξανά για το θάνατο.

Γιατί η Χιονάτη και η Σταχτοπούτα είναι ορφανές. Και η αρχή του παραμυθιού μας το θυμίζει κάθε φορά. Και ποια η σημασία να το αποκρύψεις αυτό, όπως ομολογώ ότι το έκανα όταν ήταν πιο μικρή, αφού μεγαλώνοντας θα με ρωτήσει: «Ε, άμα κλαίει γιατί δεν πάει στη μαμά της;” Εμ, έλα ντε, λούσου τα τώρα.

Και ξεκινάει το τροπάριο.

«Γιατί πέθανε η μαμά της;” (για να κάνουν οι Γκρίμ θεαματική έναρξη)

«Ναι αλλά ΕΣΥ δεν θα πεθάνεις!!!» (Ποτέ! Απλά Ποτέ!)

«Και εγώ…με ποιόν θα παίζω όοοολα αυτά τα παιχνίδια άμα πεθάνεις;» (Θα με κλωνοποιήσουν μέχρι τότε και δε θα υπάρχει πρόβλημα)

«Μαμά, πότε θα πεθάνεις;» (Μισό λεπτό να τσεκάρω το ωροσκόπιο μου… Ποτέ!)

«Μαμά σε κόλλησα συνάχι;; Μη πεθάνεις!» (Όχι, αλλιώς θα ήταν η 214 φορά που θα είχα πεθάνει και τώρα θα μιλούσες με κάποιον από την παρέα του Twilight.)

«Μαμά μην πεθάνεις …εσύ δε θα πεθάνεις ΠΟΤΕ!» (now we’re talking)

Η ουσιώδης διαφορά μας από τα άλλα ζωντανά αυτού του πλανήτη είναι η γνώση της θνητότητας μας. Αν και η έννοια της είναι μόνο για μένα, η καρδιά μου ραγίζει όταν βλέπω αυτό το μικρό ανθρωπάκι να παλεύει με την αναπόφευκτη πραγματικότητα της θνητότητας.

Νοσταλγώ τη μέρα που ήταν όλα πιο απλά. Που πήγα να πέσω από το κρεβάτι της, με αγκάλιασε σφιχτά και μου είπε «Μαμά μην ανησυχείς, αν κοπεί το κεφάλι σου εγώ θα σου το ξανακολλήσω!»

 

Advertisements