Ετικέτες

Οι διπλανοί μας πρέπει να σοβατίσουν τους τοίχους τους. Άρχισαν να πέφτουν κομμάτια δίπλα από την αυλή μας. Και για να πω την αλήθεια θα πρέπει να κάνουν και κάτι με αυτό το φωτοκύτταρο τα βράδια βλέπω από τα υαλότουβλα φως και νομίζω ότι κάτι συνέβη. Νομίζω ότι ζω στην πιο ήσυχη γειτονιά του κόσμου. Όλα κυλούν ρολόι. Κατά τις 7 το ένα μετά το άλλο τα λιγοστά αυτοκίνητα παίρνουν μπρός και ξεκινάν για τη δουλειά. Το μεσημέρι τα μαγαζιά κλείνουν με ακρίβεια δευτερολέπτου όπως ακριβώς συνέβαινε στο τρουμαν σόου. Σαν κυνηγημένοι φεύγουν για το σπίτι. Μεσημεριανό φαγητό ή φραπεδιά στα κεντρικά καφέ. Στο πιο πολυσύχναστο για την ακρίβεια. Εξαρτάται από την εποχή. Κάθε έξι μήνες αλλάζουν οι προτιμήσεις. Μετά ακολουθεί μεσημεριανός ύπνος. Ανεξαιρέτως. Όλα ησυχάζουν και πάλι στην καλή γειτονιά. Εκτός από τα σκυλιά. Το βράδυ όμως η ησυχία είναι σχεδόν βασανιστική. Υπόκωφη. Για μένα είναι λες και κάποιος φωνάζει στα αυτιά μου με όλη του τη δύναμη. Αν βγεις έξω από την πόρτα και σύρεις τα πόδια σου, ακούγεσαι μέχρι το διπλανό τετράγωνο. Γι αυτό και ότι συμβαίνει λίγο πιο μακριά από το σπίτι νομίζω ότι γίνεται στην εξώπορτα. Κοιτάω κάθε μέρα τον ουρανό γιατί μόνο αυτός αλλάζει. Κάθε βράδυ πάλι τον κοιτάω. Όταν βγαίνω στο μπαλκόνι μου φαίνεται ότι δεκάδες μάτια με παρακολουθούν στα κρυφά. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι όλοι κοιμούνται. Αν παρ’ ελπίδα φανεί κανένα αυτοκίνητο σου φαντάζει σαν κακό σημάδι. Η πόλη αυτή κοιμάται. Πάντα κοιμόταν αλλά δεν το έβλεπα. Έβλεπα μόνο το μέλλον που ξεδιπλωνόταν μπροστά μου και δεν την είχε στον ορίζοντα. Δεν την είχα ανάγκη. Το μέλλον μου ήταν πάντα αλλού. Όμως τώρα είμαι πάλι πίσω. Και διακρίνω την ασχήμια της. Την ανία της. Τους τοίχους που υψώνει σε όποιον δεν είναι υπάλληλος του δημοσίου, σε όποιον είναι κάτω των 40. Πήγα στη διπλανή πόλη χθες. Δε διαφέρει από τη δικιά μου. Αλλά έχει θέατρο. Εμείς δεν έχουμε. Τι να το κάνουμε; Κάποιος θα σκέφτηκε μάλλον. Δεν έχει τόσα πολλά που τα βλέπεις ακόμα και αν δεν έχεις ζήσει χρόνια σε κάποια μεγάλη πόλη. Και έχει και άλλα που θαυμάζουν όσοι ζουν εκεί. Αλλά αργοπεθαίνει. Όπως αργοπέθαινε πάντα. Μόνο που τώρα το έχει πάρει απόφαση. Σαν να τη βόλεψε λιγάκι. Σαν να το περίμενε να μπει η ταμπέλα. Ο καθένας παίρνει τον ρόλο του σε αυτή τη ζωή. Γιατί όχι και αυτή. Άνθρωποι την απαρτίζουν, άνθρωποι την άρχουν. Κάποτε υπήρχε η φήμη ότι έχει την πρωτιά στην ανεργία. Δεν το τσέκαρα ποτέ. Ήμουν σίγουρη. Τώρα αυτή η κατάταξη δεν μπορεί να υφίσταται πια. Δεν ξέρεις ποια να πρωτοδιαλέξεις. Ποια από όλες έχει αυτή την «τύχη». Αλλά οι φήμες προχωρούν. Πρώτη σε καπνιστές. Πόση περηφάνια! Μέσα σε όλα αυτά τα ωραία θα πρόσθετα και το ρεκόρ θαμώνων καφέ. Πόσα καφέ να χωρέσουν σε μια πόλη; Σε τι επίπεδα αναγωγής σε επιστήμη έχει φτάσει για να πίνεις καφέ πάνω σε μηχανή με σταντ μπροστά σου. Τι κερδίζεις αν γυρίσεις όλα τα καφέ σε ένα απόγευμα; Free pass; Η μια πρωτιά φέρνει την άλλη. Άμα σε πάρει η κατρακύλα δεν έχεις σταματημό. Όλα μοιάζουν να περιφέρονται γύρω από μια αέναη ακινησία.

sundown

Και συ τι έκανες για αυτό; Μεγαλώσαμε στη δεκαετία του ’80 και του ΄90 τότε που όλοι ήμασταν προορισμένοι για να σπουδάσουμε, να φύγουμε. Το τι θα κάνεις μετά περιλάμβανε σίγουρα τη μετοίκηση. Και αν άκουγες ότι κάποιος θα μείνει εδώ, έπαιρνες το σνομπ ύφος σου. Μας έδιωξε ή την διώξαμε;

Τότε ήμουν παιδί και δεν ήξερα πως είναι να έχεις συνοικία. Να είναι γεγονός το να κατέβεις στο κέντρο για πρώτη φορά με τους φίλους σου, να μπορείς να πας σε άλλη γειτονιά και να μη σε ξέρει κανείς. Να έχεις πολυκαταστήματα και εμπορικά, να βλέπεις θέατρο, να έχεις επιλογές, να έχεις ιδιωτικά σχολεία και μουσεία.Στην πόλη μου δεν μπορείς να είσαι περαστικός. Δεν έχουμε τουρίστες ούτε διερχόμενο κόσμο. Ο δρόμος δε σε «βγάζει» εδώ. Πρέπει να έχεις λόγο για να έρθεις. Είμαστε εμείς κι εμείς. Τους ξέρουμε όλους και μας ξέρουν όλοι. Όταν είσαι παιδί μαθαίνεις να μεγαλώνεις έτσι. Παίζεις σε αλάνες και τρέχεις με τα ποδήλατα απ’ άκρη σ’ άκρη της πόλης. Δε φοβάσαι να αφήσεις τα κλειδιά στο αυτοκίνητο και να πέσεις για ύπνο. Όταν είσαι μικρός δεν σε νοιάζει που ζεις εδώ. Σιγά σιγά αρχίζεις όμως να καταλαβαίνεις ότι κάτι πάει στραβά. Και θέλεις να κόψεις τον ομφάλιο λώρο. Έτσι σου μένει γλυκά στο μυαλό, η πόλη σου. Τη νοσταλγείς όπως τα γεμιστά της μαμάς. Την επισκέπτεσαι σαν να πηγαίνεις στο λούνα παρκ. Γιορτινή ατμόσφαιρά σε λούζει, βρίσκεις τους παλιούς φίλους, βλέπεις τι έχει αλλάξει, καταφέρνει ακόμα και να σε εκπλήσσει. Μέσα σε λίγες μέρες δεν προλαβαίνεις να τη βαρεθείς. Αχ και να καθόμουν λίγο ακόμα. Να είχα λίγη ακόμα άδεια. Να έπαιζαν τα παιδιά στην εξοχή. Τους αρέσει όταν έρχονται εδώ.

Και όταν γυρίζεις για να μείνεις, όταν επιστρέφεις στον τόπο για να τον κατοικίσεις ξανά, αυτή η επιστροφή σε γεμίζεις προσδοκίες. Τώρα ξέρεις πως να της φερθείς. Ελπίζεις ότι θα είναι για καλύτερα. Και πόσο απογοητεύεσαι τη μέρα που συνειδητοποιείς ότι δεν είναι πια διακοπές. Ότι αυτό είναι. Το εισιτήριο ήταν one way. Τώρα να σε δω. Που πήγε η αίγλη που είχε στα παιδικά σου χρόνια; Πού πήγε η ανεμελιά της των διακοπών;

Τα ήσυχα βράδια γίνονται ανήσυχα. Ελπίζεις το παιδί σου να καταλάβει κάποτε. Να ρουφήξει σα σφουγγάρι μόνο όσα θα της κάνουν καλό. Κι όμως εσύ το ξέρεις ότι μάλλον δεν είναι αρκετά. Και πρέπει να αποφασίσεις. Ξανά.

Advertisements