Ετικέτες

, , ,

heidi

Καλοκαίρι 1983. Μέναμε στο αντίσκηνο οι τρείς μας και κάθε πρωί τρώγαμε πρωινό κάτω από τα πεύκα στο Αστρίς. Πλατσούριζες στη θάλασσα με τις ώρες. Αργότερα σε ανέβαζα στο windsurf με τα μπρατσάκια και κάναμε βόλτες σε όλον τον κόλπο. Το αγαπημένο σου ήταν να ρίχνω το πανί στο νερό και να κάνεις μπάνιο επάνω του λέγοντας μου ότι αυτή είναι η δικιά σου πισίνα. Το ίδιο έκανες και με τον μπαμπά σου μόνο που με εκείνον έκανες κι άλλα πιο ριψοκίνδυνα. Εγώ αν σας έβλεπα απλά χλόμιαζα. Το απόγευμα πηγαίναμε βόλτα στα βράχια οι δύο μας. Βλέπαμε τα καβουράκια και σου τραγουδούσα το σχετικό τραγουδάκι. Ήσουν μαζί μας πάντα. Σε όλες τις διακοπές, σε όλες τις επιλογές μας. Αργότερα στο τροχόσπιτο μαζί με την αδερφή σου. Κάνατε ντους οι δυο σας κάτω από το μπετόνι με το ζεστό από τον ήλιο νερό. Ο μπαμπάς σου ψάρευε με το ψαροντούφεκο και μας έφερνε σαργούς. Μια μέρα μας έφερε τόσα ψάρια που τα βγάλαμε φωτογραφία με εσένα και την αδερφή σου μπροστά να κοιτάτε με δέος.

Λίγο μετά τα Χριστούγεννα βρήκες το γράμμα που είχες γράψει στον Άγιο Βασίλη σε ένα ψηλό ράφι της βιβλιοθήκης ανάμεσε σε ένα βιβλίο. Δεν μου είπες τίποτα. Μου το αποκάλυψε μετά από χρόνια. Δεν θα μπορούσες να το μπερδέψεις με τίποτα άλλο, είχε το αυτοκόλλητο Sarah Kay που είχες κολλήσει επάνω.

Ένα βράδυ είχες πολύ υψηλό πυρετό. Ήμουν συνέχεια άγρυπνη δίπλα σου. Παραμιλούσες και φοβήθηκα πάρα πολύ.

Όλους τους χιονισμένους χειμώνες ήμασταν στο βουνό για σκι. Ανέβαινες στην κορυφή μαζί μας και προσπαθούσες να κατέβεις. Πότε δεν γκρίνιαξες που σε ξυπνούσαμε κάθε Σαββατοκύριακό και σου βάζαμε τις φόρμες του σκι. Σχεδόν κοιμισμένη στο αυτοκίνητο περίμενες με αγωνία να φτάσουμε και παρακαλούσες να μην έχει ομίχλη. Πολλές φορές όμως γκρίνιαζες όταν κουραζόσουν κάπου στη μέση της πίστας και πεισματικά δεν σηκωνόσουν από το χιόνι. Γινόσουν μούσκεμα και είτε εγώ είτε ο μπαμπάς σου σε παίρναμε αγκαλιά και σε κατεβάζαμε στο καταφύγιο. Τρελαινόσουν για τη ζεστή σοκολάτα δίπλα στο τζάκι. Όταν φτάναμε στο σπίτι ένιωθες περίεργα πάντα από το υψόμετρο και την άλλη μέρα πήγαινες στο σχολείο μετρώντας τις μέρες για να έρθει το Σάββατο. Η αγαπημένη σου εποχή είχες γράψει στο «Σκέφτομαι και γράφω» ήταν ο χειμώνας.

Παίζαμε συνέχεια μαζί. Είχες τόσα puzzle και πάντα ήθελες περισσότερα. Έπαιζες για χρόνια και μόνη σου. Κάθε μέρα μου ζητούσες αδερφάκι. Όταν ήρθε στον κόσμο η αδερφή σου ζήλεψες, αλλά δεν μας το έλεγες. Καμιά φορά όμως μας το έδειχνες. Την κοίμιζες και την αγαπούσες πολύ.

Η Σαμοθράκη έγινε ο παράδεισός μας. Βουτούσες στη θάλασσα και έβγαζες αχινούς που έτρωγες εκεί που σκάει το κύμα. Δεν είχες παρέες εκεί. Αγαπούσες όμως τόσο το νησί. Ανέβαινες σαν κατσίκι τις βάθρες και μάζευες ρίγανη και αχλάδια.

Μια μέρα παίζαμε στον καναπέ οι τρείς μας. Σε ρωτήσαμε μέσα στα γέλια «ποιόν αγαπάς πιο πολύ;», κοίταξες τον μπαμπά και τον έδειξες πονηρά. «Ποιόν; Ποιόν;» σε ξαναρωτήσαμε κάνοντας ότι δεν καταλάβαμε. «Αυτόν που στην μπλούζα του έχει γράμματα» είπες. Η δικιά μου μπλούζα ήταν λευκή, πήρα έναν μαρκαδόρο και την έβαψα.

«Είσαι η πιο όμορφή μαμά του κόσμου και σ’αγαπώ» μου έλεγες «και όλα τα παιδιά στο σχολείο δεν πιστεύουν ότι είσαι η μαμά μου». Ήμουν 26 και εσύ 6.

Μου έφερνες πάντα λουλούδια χωρίς το κοτσάνι. Έλεγες ότι αυτό είναι το πιο όμορφο σε ένα λουλούδι. Είχες έναν σκύλο που σε αγαπούσε τόσο πολύ που δεν σε άφηνε ποτέ να κατέβεις μόνη σου στο δρόμο.

Όταν ήσουν βρέφος έβαζα hansaplast στα αυτιά σου την ώρα που κοιμόσουν γιατί τα δίπλωνες πάνω στο μαξιλάρι και φοβόμουν μήπως τα τσαλακώσεις.

Πήγες παιδικό γιατί δούλευα. Μια μέρα βρήκα στις τσέπες σου χαλίκια. Μου είπες ότι είναι ο θησαυρός σου.

Ένα πρωί ήρθα στον παιδικό για να σε πάρω και ήσασταν όλα τα παιδάκια σαν υπνωτισμένα το ένα δίπλα στο άλλο χωρίς να μιλάτε. Ρώτησα τα κορίτσια μεταξύ αστείου και σοβαρού αν σας έδωσαν κάτι για να είστε ήσυχα. Πάλι φοβήθηκα για σένα.

Είχες μια υπέροχη ολοστρόγγυλη κοιλίτσα που φιλούσα καθημερινά, δύο κατακόκκινα μάγουλα και μπούκλες δαχτυλίδια στα μαλλιά σου. Σου έλεγα ότι μοιάζεις με τη Χάιντι. Ήταν το αγαπημένο σου παιδικό.

Στα καρναβάλια ντύθηκες Πίπη Φακιδομύτη και όταν σου έκανα τις φακίδες μου έλεγες ότι σε πονάει το μολύβι επάνω στα μάγουλα σου. Έτσι πονούσαν πάντα και τα μαλλιά σου όταν τα ξεμπέρδευα. Ακόμα πονάνε.

Ένα απόγευμα έπαιζες με τους φίλους σου, δυο αγοράκια στο δωμάτιο και τη μια στιγμή κανονίζατε τους γάμους σας και την επόμενη όλο το δωμάτιο ήταν γεμάτο αιωρούμενα πούπουλα από όλα τα μαξιλάρια που υπήρχαν. Ήσουν τεσσάρων.

Μια μέρα μεγάλωσες τόσο πολύ που μου έφερες στο σπίτι μια μικρή που μου θύμισε ξανά εσένα. Όχι τόσο στα χαρακτηριστικά αλλά στη μωρουδίλα που μύριζες εσύ όταν σε πρωτοπήρα στα χέρια μου. Και ήταν το δικό σου παιδί. Ήταν το παιδί του παιδιού μου. Και δεν ξέρω αν είναι δυο φορές παιδί, πάντως έχω τις αγωνίες που είχα για σένα, την προσοχή που έδειχνα σε σένα και την αγάπη που πολλαπλασιάστηκε, γιγαντώθηκε και ολοκληρώθηκε μέσα στα μάτια της.

Πιο ώριμη σε όλα, πιο συνειδητοποιημένη, η γιαγιά της Χριστίνας.

Κάπως έτσι φαντάζομαι θα ήταν το blog της γιαγιάς Δέσποινας για μένα και αν κάπου έχω κάνει λάθος, συγνώμη, αλλά έτσι τα θυμάμαι, και αν κάτι παραφούσκωσα και πάλι συγνώμη αλλά έτσι μου έχουν μείνει. Μήπως μερικές φορές αυτό δεν έχει σημασία; Ίσως και όχι.

Advertisements