Ετικέτες

, , , ,

LoveΟι πρώτες φορές τις Χριστίνας θα είναι αμέτρητες. Για μένα κάποιες θα είναι δεύτερες φορές και κάποιες πρώτες επίσης. Εύχομαι να πάρει όλες τις ευτυχισμένες δεύτερες φορές μου και να έχει όλες εκείνες τις συναρπαστικές και χαρούμενες πρώτες φορές που ποτέ δε γεύτηκα.

Σήμερα όμως ήταν μια διαφορετική πρώτη φορά της Χριστίνας. Γιατί ενώ ήταν δεύτερη για μένα, δεν τη θυμάμαι, οπότε τη δανείζομαι από εκείνην.

Όλα ξεκίνησαν από τις 6 τα ξημερώματα.

Στριφογύριζα στο κρεβάτι χωρίς να μπορώ να κοιμηθώ. Φαντάζομαι ότι όταν ήμουν στη θέση της είχα κοιμηθεί σαν πουλάκι. Από την άλλη η δικιά μου αγωνία είχε φτάσει στα όρια της ‘αρρώστιας’, όνειρα μπερδεμένα με την πραγματικότητα του σεντονιού και του ταβανιού, αλλεπάλληλα ανασηκώματα για τσεκάρισμα της ώρας, δίψα, βαριά βλέφαρα και άλλες ταλαιπωρημένες ιστορίες…

Αισίως σηκώθηκα στις 9. Μαζί της.

Fast forward……

Στις 10 ήμασταν εκεί. Και οι τρεις. Έξω από το πολύχρωμο κτίριο που είχαμε επισκεφτεί και χθες. Χαλαροί αυτή τη φορά. Την έπιασα από το χέρι και εκείνη μου μιλούσε για τα παιχνίδια της αυλής. Μπήκαμε μέσα και όλα έγιναν αστραπιαία.

Η δασκάλα μας, βγήκε από τη τάξη και μας καλωσόρισε συνοδεία του διευθυντή με ένα πλατύ χαμόγελο «Είδες Χριστίνα που σου είπα ότι θα είμαστε στην ίδια τάξη; Έλα να βάλουμε τα παντοφλάκια» .

Φευγαλέα χθες το βράδυ διάβασα κάποια άρθρα για το γεγονός που με περίμενε…Ignorance is bliss sometimes.

Ενώ δεν είχα κανένα σημάδι αγωνίας, εμφανές τουλάχιστον, μετά τις πληροφορίες που δέχτηκα σαν σφαλιάρες σχεδόν στο μούτρο άρχισα να μαγκώνομαι, να μου έρχεται μια θηλιά στο λαιμό να νιώθω μέχρι και ενοχές που δεν είχα σκεφτεί τι έχω να ζήσω και αδυναμία για το πώς θα το διαχειριστώ αν συμβεί…έκλεισα τον υπολογιστή και άδειασα το κεφάλι μου πέρα από μια δυο συμβουλές που βρήκα στα αλήθεια χρήσιμες.

Μια από αυτές λοιπόν, έλεγε ότι στην πρώτη του μέρα στον παιδικό, η μαμά δεν δίνει το παιδί στη δασκάλα, αλλά δουλειά της είναι να το πάρει η ίδια και να το οδηγήσει στην αίθουσα. Χρήσιμο σκέφτηκα και όντως ήταν.

Παραμέρισα στην άκρη και είδα το μικρό μου να ‘δουλεύει’ μαζί με μια άγνωστη ρολόι, να της λέει τι τραγούδι θέλει να χορέψουνε, να την ακολουθεί και να κατευθύνεται προς την τάξη.

Η δασκάλα πήγε να μου ξεφύγει επιδέξια αλλά είχε ξεχάσει κάτι βασικό. Τον αποχαιρετισμό. Και όσο και αν φαίνεται πιο ‘εύκολο’ να μην το κάνεις για να μην βρεθείς αντιμέτωπος με την καταστροφή, οπού καταστροφή είναι δυο τεράστια μάτια να σε κοιτάνε με έκπληξη και να σε ρωτάνε «γιατί εσύ δεν θα μπεις μέσα;;;;», εγώ το έκανα όπως και το κάνω από τότε που γεννήθηκε. Η άλλη μου ξεμυαλίστηκε από τη dolce vita και πήγε να μου φύγει. Την αγκάλιασα σφιχτά, της είπα ότι θα έρθω να την πάρω σε 2 ώρες, στο πι και φι (άλλο ένα tip που έμαθα χθες και λέγεται ανάπτυξη ρουτίνας χαιρετισμού) και ότι τη λατρεύω. Τα ίδια και ο μπαμπάς και η πόρτα έκλεισε μπροστά μας.

Και αλήθεια σου λέω, λες και σκοτείνιασε ξαφνικά, λες και μου έφερε την πόρτα στα μούτρα, λες και πήρε 2 χρόνια στην πλάτη και μου άφησε την ανάμνηση ενός μωρού να με συντροφεύει που όμως δεν υπάρχει πια. Γιατί στη θέση της υπάρχει η σχεδόν τρίχρονη Χριστίνα που μπήκε εκεί, με μια κοπέλα που δεν ξέρει, με παιδιά που δεν γνωρίζει επίσης κι όμως δεν την πείραξε.

Κι όμως το ζητούσε, το εκλιπαρούσε μερικές φορές με τον τρόπο της, κάθε μέρα που έπαιζε «σχολείο» στο σαλόνι, κάθε φορά που μιλούσε για άλλα παιδάκια και έλαμπε το πρόσωπο της, κάθε φορά που την καταλάβαινα ότι ‘μπάφιαζε’ μες το σπίτι.

Και δεν θέλω να φανώ drama queen γιατί όντως δεν ήμουν. Δεν ξέρω γιατί αλλά δεν ήμουν. Τόσο ευσυγκίνητη και τώρα λες και για χάρη της ήξερα ότι πρέπει να φανώ αντάξια του θελήματός της. Βράχος.

Γύρισα σπίτι. Δεν υπήρχε λόγος να καθίσουμε περισσότερο από ένα 20άλεπτο στο γραφείο του διευθυντή. Το σπίτι είναι πέντε λεπτά απόσταση.

Έκανα ο,τι δουλειά υπήρχε και δεν υπήρχε για να μη σκέφτομαι. Για να μην την αναζητήσω στο δωμάτιο, στα παιχνίδια της, στα ρούχα της. Βράχος. Έφτασε 12 παρά που αν ήθελε ας μην έφτανε μετά από τόσες φορές που κοίταξα το ρολόι.

Η Χριστίνα βρίσκεται πίσω από την πλάτη μου. Έρχεται αγκαλιά με την κυρία Γωγώ (αυτός ο σεναριογράφος ή δεν έχει φαντασία ή αγαπάει πολύ το παιδί μου). Και γυρνάω και βλέπω το πιο όμορφο πρόσωπο. Δεν θα ξεχάσω ποτέ την εικόνα της.

Έλαμπε.

Μεγάλωσε μια ίντσα, ψήλωσε, πήρε εκείνον τον χρόνο που λέγαμε στην πλάτη της, ένα κλικ ωριμότητας που στα μάτια μου έγινε βουνό. Το μωρό μου διασκέδασε, έφαγε, πήγε τουαλέτα, δέθηκε ενώ δεν ήμουν δίπλα της. Ενώ δεν ήμουν μαζί της.

Την έσφιξα και ήθελα να τη φάω…εκείνη με αγκάλιασε πιο ντροπαλά. «Μαμά πάμε να φύγουμε τώρα;», έστειλε φιλιά στη δασκάλα της, τη χαιρέτησε και φύγαμε. That’s it.

Στο σπίτι έτρεχε σαν κατσίκι σαλόνι-κουζίνα αλαφιασμένη, γελούσε, ήταν έτοιμη να εκραγεί, έλεγε κάτι ακαταλαβίστικα λες και τα είχε κάνει copy paste από ελληνική ταινία, δεν ήξερε πώς να εκφράσει τη χαρά της.

Μας έλεγε πως πέρασε, δεν ήξερα τι να την πρωτορωτήσω. Μέχρι και την δασκάλα της μπήκε στη διαδικασία να υπερασπιστεί.

Όποιο και αν είναι το κόστος, το είδα στα μάτια της πόσο το ήθελε. Πόσο ανάγκη το είχε. Το αύριο δεν το ξέρω, καταθέτω το σήμερα και ελπίζω να κρατήσει. Αλλά ακόμα και αν αυτό δεν συμβεί, ποτέ δεν θα ξεχάσω όσα ζήσαμε σήμερα.

Τρία χρόνια αχώριστες. Παντού και πάντα μαζί. Η κολλητή μου. Και σήμερα με εμπιστεύτηκε και την εμπιστεύτηκα στο χώρια.

Κοιμάται με τη τσαντούλα της δίπλα, διάλεξε και μολυβοθήκη «μια ροζ» είπε στην πωλήτρια, κοιμήθηκε ξανά σαν πουλάκι.

Και αυτή ήταν η πρώτη της φορά στον παιδικό σταθμό.

Advertisements