Ετικέτες

,

Η Χριστίνα θέλει να βγάλει όλα της τα δόντια και να φορέσει μασέλα γιατί λέει οτι έτσι θα μπορεί να τρώει γλυκά χωρίς να ανησυχεί αν θα χαλάσουν. Επίσης ζει όλο το χειμώνα με την ανάμνηση και την προσμονή του καλοκαιριού σαν σκοπό ζωής να φορέσει το κοντομάνικο ή να μην ξαναφορέσει αυτές τις δυσβάσταχτες (σαν 100 κιλά μολύβι στα πόδια της) κάλτσες. Το πρωί έβγαλε κάτω από τη μπλούζα της μια κούκλα και μου ανακοίνωσε οτι γέννησε και οτι απο εδώ και πέρα θα έχει παρέα (οι σπόντες και τα έμμεσα παρακάλια για να γεννηθεί το αδερφάκι της είναι καθημερινές και μου σφυροκοπούν την έτσι κι αλλιώς επιθυμία μου ξαναγίνω μάνα). Μέσα στον μικρόκοσμο της προσπαθεί να τα έχει όλα τακτοποιημένα. Μοιάζει πολλές φορές περισσότερο κατασταλαγμένη από μένα, αναλογικά βέβαια με τους προβληματισμούς που ταλανίζουν το μυαλουδάκι της, ωστόσο είναι σίγουρα πιο τακτοποιημένη..

Εγώ πάλι απέχω πολύ από αυτό. Το σημείο όμως που και οι δύο έχουμε κοινό είναι η προσπάθεια.

Προσπαθώ να γίνω σωστή μαμά. Καλή μαμά δεν θα πω γιατί το καλή μαμά έρχεται σε αντιδιαστολή τόσες μα τόσες φορές με το σωστή μαμά.

Προσπαθώ να κάνω όλα αυτά λοιπόν που στο τέλος της ημέρα θα σκεφτώ, ωραία, περάσαμε ωραία σήμερα, έμαθε κάτι η Χριστίνα, έμαθα κάτι και εγώ μέσα από αυτήν, την κοίταξα στα μάτια και είδα να μεγαλώνει μια ίντσα σε αυτοπεποίθηση, σε κουράγιο, σε ωριμότητα, την είδα να συνειδητοποιεί περισσότερο την αγάπη της για μένα και για τους άλλους, την έπιασα να ζητά συγνώμη μόνη της και μετά την αγκαλιά μου για τα ‘μπράβο’ να φεύγει αυτός ο αναστεναγμός από μέσα της  της αποδοχής (που επίσης προσπαθώ να τον σμιλέψω και να μην είναι αναστεναγμός ενοχής που ζητάει την αθώωση), είδα τα χέρια της να δημιουργούν κάτι διαφορετικό από χθες, είδα το χαμόγελο να φεύγει από τα χείλη της και να διαχέεται στα μάτια της και να γίνεται ένα με όλο της το πρόσωπο, να λέει ευχαριστώ πάντα και παντού, δηλαδή, όλα όσα μια όμορφη μέρα σκέφτομαι ότι μπορεί να περιέχει.

Προσπαθώ σημαίνει ψάχνομαι, σκέφτομαι, σκαρφίζομαι, αναλογίζομαι, κάνω αυτοκριτική, υπερβάλλω εαυτόν, μέσω της αυτοπαρατηρησία εντοπίζω τη Γωγώ και την παρατηρώ, συμπάσχω, , λειτουργώ με ταπείνωση και με εγκράτεια, διαιρούμαι για να μπω στη θέση του παιδιού μου, φτιάχνω αναμνήσεις  (όπως λέει και η Άσπα) γεννάω ιδέες που και που εντελώς άχρηστες και λειψές, άλλοτε ευφάνταστες άλλοτε πρακτικές μα όλα για μια καλύτερη ζωή μαζί της, μια καλύτερη καθημερινότητα, γιατί η διάρκεια μιας όμορφης καθημερινότητας μπορεί να κατέχει τα εχέγγυα ενός όχι απλά ανεκτού μέλλοντος αλλά μιας ζωής με αληθινές ρίζες αγάπης και προσωπικής ηρεμίας.

Προσπαθώ κι ας τα κάνω θάλασσα. Κι ας μουντζώνομαι, κι ας μετανιώνω. Γεμίζω με ενοχές όταν θα την μαλώσω με έντονο ύφος, καταπίνω τη γλώσσα μου νοητά για να μην το ξανακάνω. Πάλι τα ίδια σήμερα, πάλι δεν παίξαμε όσο ήθελε, πάλι δεν διαβάσαμε το δεύτερο βιβλίο που μου ζήτησε, πάλι ‘σε πέντε λεπτά’ και όχι ‘ναι για πέντε λεπτά’, πάλι έφαγε στο τραπεζάκι του σαλονιού το απογευματινό της, τελευταία φορά, δεν θα ξαναγίνει, πάλι λίστες πριν κοιμηθώ.

Προσπαθώ να είμαι εκεί. Είμαι εκεί, ο,τι και αν χρειαστεί, έχω την «πολυτέλεια» να είμαι εκεί όλη μέρα (παλαντζάρει η ζυγαριά, κάποια άλλη στιγμή θα σου πω γι αυτό), από την άλλη για τη Χριστίνα εγώ και ο μπαμπάς της είμαστε δύο φέτες ψωμί και εκείνη είναι το τυρί που μπαίνει ανάμεσα, η θεία της που δεν έχει παντρευτεί και δεν έχει παιδιά είναι με το αγόρι της απλά δυο φέτες ψωμί, είναι τόσο απλά, και για μας τόσο σύνθετα όλα.

Προσπαθώ να μην της δίνω να τρώει γλυκά και παρατηρώ ότι όσο εγώ προσπαθώ , τόσο η διακαής επιθυμία της για «σο-κο-ΛΛΛά-τα» όλο και γιγαντώνεται.

Και εκεί ανάμεσα στην προσπάθεια, βλέπω στον ύπνο μου να με κυνηγούν Playmobil, πειρατές σετάκια με πριγκίπισσες κρατώντας μίνι σιδερώστρες και μια ζέβρα δώρο. Καμιά φορά θέλω να πατήσω pause και να πάρω μια ανάσα. Η ανηφόρα έχει δύο όψεις, η την βλέπεις και κουράζεσαι ή την βλέπεις και σκέφτεσαι την κορυφή.

Το βράδυ της λέω κλείσε τα μάτια και σκέψου κάτι όμορφο, και ελπίζω να σκέφτεται κάτι όμορφο από όσα προσπάθησα.

Προσπαθώ και στο τέλος θα δούμε. Μα όταν αυτό το τέλος είναι το βράδυ που θα την βάλω για ύπνο, μια λέξη, λέει, «σαγαπούλα» τόσο δα μικρούλα, σαν μέλι που έπεσε από το κουτάλι του πρωινού σε μια άνοστη φέτα τοστ, είναι ο κόσμος σε ήχους, φεύγει ο τοίχος, το κρεβάτι, η στέγη και μένει μια αγκαλιά, είμαι η «σαγαπούλα» της και το κρατάω όσο μπορώ, με νύχια και με δόντια. Με αναμνήσεις  χτίζονται σχέσεις, χαρακτήρες, ζωές, και το κρατάω στο μυαλό μου, και θα θυμάμαι, συνέχεια θα θυμάμαι το «σαγαπούλα» . Τρέμω ότι όταν  γίνει έφηβη ίσως και πιο νωρίς αυτό μπορεί να αλλάξει, όσο είναι στο χέρι μου θέλω να το χτίσω να θεριέψει.

Advertisements