Ετικέτες

,

Δεν βρήκα απάντηση. Επίσης δεν ήξερα τι τίτλο θα μπορούσα να βάλω σε ένα τέτοιο ποστ. Αρκεί αυτό το γιατί. Το ιστορικό πριν την σκηνή που θα σας διηγηθώ έχει ως εξής:

Η Χριστίνα έχει μια φίλη. Το κοριτσάκι συνήθιζε να πηγαίνει στην ίδια παιδική χαρά με εμάς όλο το καλοκαίρι, συνήθως με τη γιαγιά της, άλλοτε μόνη με τα δύο αδέρφια της. Είναι 4 και σε αυτό το ποστ θα την λέω Μυρτώ.

Το πρώτο που μου έκανε εντύπωση όταν την γνώρισα ήταν ότι η γιαγιά της πολλές φορές απουσίαζε και το κοριτσάκι έμενε μόνο να κάνει κούνια, ενώ τα αδέρφια της έπαιζαν πιο μακριά ποδόσφαιρο. Ήταν πολύ μικρή για να είναι μόνη. Την πρώτη φορά που την είδα φορούσε μια πάνα η οποία είχε φουσκώσει από το κατούρημα, και έμοιαζε με μπάλα που είχε σφηνώσει ανάμεσα στα πόδια της. Την ρώτησα με ποιόν είναι, μου είπε με τον αδερφό της, τον φώναξα και την πήγε στο σπίτι.

Αργότερα γνώρισα τη γιαγιά της. Έτσι έμαθα ότι οι γονείς της έχουν χωρίσει, για την ακρίβεια «ο μπαμπάς έχει παρατήσει τα παιδιά», τρία στο σύνολο και η μαμά λείπει σε άλλη περιοχή όπου και δουλεύει για τους καλοκαιρινούς μήνες.

Στεναχωρήθηκα. Μια για το κοριτσάκι που κατά τ’άλλα δεν έδειχνε να της λείπει κάτι, σκεφτόμουν όμως πόσο ανάγκη θα είχε τη μαμά της. Απο την άλλη στεναχωρήθηκα για τη μάνα. Που έπρεπε να αφήσει τα παιδιά της στους γονείς της για να τα βγάλει πέρα.

Δεν κρίνω κανέναν μέχρι εδώ. Απλά περιγράφω την κατάσταση όπως την είδα.

Από τα αγόρια, ο μεγαλύτερος είναι ένα εξαιρετικά ευγενικό παιδί. Συμπαθέστατος. Ο άλλος, ένα συνεσταλμένο παιδί, που δεν προκαλεί. Και οι δύο αγαπούν πολύ την αδερφή τους και φαινόταν ότι ένιωθαν υπεύθυνοι για τη μικρή.

Με τη Μυρτώ η Χριστίνα έχει βρεθεί 4-5 φορές στο σπίτι μας για να παίξουν. Ήθελα να το έχω από κοντά αυτό το κοριτσάκι που ήξερα οτι η μανούλα της λείπει και μου άρεσε βέβαια ότι είχανε «δέσει» με την κόρη μου και από ότι έλεγε ήταν η μοναδική της φίλη.

Η μαμά της Μυρτώς έχει γυρίσει εδώ και 3 μήνες στο σπίτι. Δεν έτυχε να την γνωρίσω γιατί από τότε είχαν βρεθεί μια φορά μόνο τα κορίτσια και εκείνο μετά από συνεννόηση με τη γιαγιά της.

Προχθές λοιπόν, πήραμε τηλέφωνο και πήγαμε να πάρουμε τη Μυρτώ για να έρθει να παίξει σπίτι μας. Η μαμά της εκείνη τη στιγμή απουσίαζε.

Παίξανε πολύ ωραία τα κορίτσια και εγώ από μια γωνία τις χάζευα. Μέχρι που ήρθε ο μπαμπάς μου στο σπίτι. Και έκανε την ερώτηση, αυθόρμητα και χωρίς να ξέρει, πάνω στην κουβέντα που είχαμε ανοίξει με τις δύο φίλες (να σημειώσω ότι εγώ δεν έχω ρωτήσει ποτέ τη Μυρτώ για τον μπαμπά της).

Μπαμπάς μου: Πώς τον λένε τον μπαμπά Μυρτώ;

Μυρτώ: Γιάννη και δε μ’αγαπάει.

Τη στιγμή εκείνη θυμάμαι να κοκαλώνω. Είχα ακούσει πολύ καλά και δεν αμφέβαλλα ούτε στιγμή για αυτό που είπε.

Ασυναίσθητα σχεδόν της είπα εγώ «Σ’ αγαπάεί, πως δεν σ’αγαπάει!» και ο μπαμπάς μου επίσης πανέτοιμος «Σ’ αγαπάει, το είπε σε μένα».

Μυρτώ: Όχι δε μ’αγαπάει..

Χωρίς να το καταλάβω ένιωσα τα μάτια μου να βουρκώνουν. Λες και τα λόγια της πλήγωσαν εμένα.

Δεν ξέρω γιατί κάποιος αποφασίζει να «σκοτώσει» έτσι μια παιδική ψυχή. Αν το κάνει μεθοδευμένα…δεν ξέρω πάλι αν ένα παιδί μπορεί να σκεφτεί κάτι τέτοιο από μόνο του.

Θα ήθελα να έχω μια γόμα και να σβήσω και αυτήν την ανάμνηση από τη Μυρτώ αλλά και όσα αισθάνεται για τον πατέρα της. Η απάντηση της ακούστηκε σαν μαγνητοφωνημένο μήνυμα του εγκεφάλου της. Μακάρι να ήταν μόνο αυτό και όχι ένα αποτύπωμα ανεξίτηλα χαραγμένο για πάντα σε όλη της την ύπαρξη.

Η Χριστίνα δεν αντιλήφτηκε το περιστατικό. Αλλά αν με ρωτούσε ακόμα σκέφτομαι τι θα της απαντούσε και η αλήθεια είναι ότι δεν ξέρω.

Advertisements